Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

Έκθεση ντοκουμέντων και παλιάς φωτογραφίας

«Τα Λεχώνια στο πέρασμα των χρόνων» – Έκθεση ντοκουμέντων και παλιάς φωτογραφίας.
(Αντιγραφή από την ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας ΘΕΣΣΑΛΙΑ, Βόλος 12-1-2018)
Από τα Άνω Λεχώνια ξεκινάει τη φετινή χρονιά ο νέος κύκλος εκδηλώσεων και δράσεων της «Μαγνήτων Κιβωτού, για τη διάσωση του Πολιτιστικού Αποθέματος», που διοργανώνει έκθεση ντοκουμέντων και παλιάς φωτογραφίας με θέμα «Τα Λεχώνια στο πέρασμα των χρόνων», από την συλλογή του Νίκου Μαστρογιάννη.
Διπλός ο συμβολισμός, τόσο σε ότι αφορά την επιλογή του τόπου, αλλά και τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο της εκδήλωσης.
Η επιλογή των Λεχωνίων θέλει να σηματοδοτήσει την πρόθεση του φορέα να πραγματοποιήσει όσο το δυνατόν περισσότερες εκδηλώσεις στην περιφέρεια και η έκθεση ντοκουμέντων και φωτογραφιών παλαιότερων εποχών να καταδείξει την προσπάθεια που θα γίνει και φέτος για την ανάδειξη του πολιτιστικού αποθέματος της Μαγνησίας.
Την Πέμπτη 18 Ιανουαρίου, στις 6.00 το βράδυ στο Πνευματικό Κέντρο του Ι.Ν. Αγίου Αθανασίου, στα πάνω Λεχώνια, ο Μητροπολίτης Δημητριάδος & Αλμυρού κ. Ιγνάτιος και πρόεδρος της «Μαγνήτων Κιβωτού» θα εγκαινιάσει την έκθεση, που θα διαρκέσει μέχρι την Κυριακή 21 Ιανουαρίου. Η εκδήλωση θα ξεκινήσει με ομιλία του κ. Άρη Παπαδόπουλου ο οποίος θα αναπτύξει το θέμα «Τα Λεχώνια και οι Ναοί τους», ενώ στη συνέχεια θα παρουσιάσει την Συλλογή του ο ίδιος ο Συλλέκτης, Νίκος Μαστρογιάννης.
Η έκθεση αποτελείται από 460 φωτογραφίες, αρκετά ντοκουμέντα και πειστήρια, και είναι κατανεμημένη στις παρακάτω ενότητες:1. Ιστορία. Αρχαία Μεθώνη (λόφος Νεβεστίκι). Παλαιοχριστιανικές Εκκλησίες στα Πλατανίδια και Βυζαντινό Παλιόκαστρο.
2. Εγκαίνια γραμμής ΒΟΛΟΥ – ΛΕΧΩΝΙΩΝ, στις 11 Οκτωβρίου του 1895, και ο ρόλος που έπαιξε στη ζωή του χωριού το τραίνο.
3. Μεταξουργεία ΚΟΚΩΣΛΗ και ΚΟΥΤΟΥΠΗ
4. Συνεταιρισμός Παραγωγών (ΣΠΟΛΚ) 1917, με κονσερβοποίηση προϊόντων.
5. ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Οι λειτουργοί (Ιερείς, ψαλτάδες), οι υπηρετούντες αυτή (Εκκλησιαστικοί Επίτροποι, νεωκόροι), Μυστήρια (Γάμοι , Βαφτίσεις), θρησκευτικές εξορμήσεις και προσκυνήματα στην ευρύτερη περιοχή.
6. Εκπαίδευση. Δημοτικό Σχολείο, εξέλιξη των παιδιών.
7. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ. Εμπορικά καταστήματα, παντοπωλεία, φούρνοι, ταβέρνες.
Όλο αυτό το φωτογραφικό υλικό, συμπληρώνεται και από πολλά έντυπα ντοκουμέντα όπως:
• Φ.Ε.Κ. 1892. Ίδρυση Δημοτικού Σχολείου.
• Φ.Ε.Κ. 1917. Έγκριση του καταστατικού του Συλλόγου Παραγωγών (ΣΠΟΛΚ).
• Πρωτότυπες ετικέτες προϊόντων κονσερβοποίησης.
• Εντυπώσεις της Καλιρρόης Παρρέν (Εφημερίδα των κυριών), από την επίσκεψή της στο Δημοτικό Σχολείο, το 1895.

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

΄Εκθεση παλιάς φωτογραφίας

Με την ευκαιρία του εορτασμού του Αγ. Αθανασίου στις 18-1-2018, θα πραγματοποιηθεί 4ήμερη έκθεση παλιάς λεχωνίτικης φωτογραφίας του φιλίστορα και συλλέκτη Νικ. Μαστρογιάννη στην αίθουσα του νεόδμητου Πνευματικού Κέντρου του Ναού, με θέμα: 
"Τα Άνω Λεχώνια στο πέρασμα του χρόνου".
Τελεί υπό την αιγίδα της Μαγνήτων Κιβωτού και του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και θα εγκαινιαστεί από το Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνάτιο.
Μαζί θα πραγματοποιηθεί και ομιλία με θέμα: "Τα Λεχώνια και οι ναοί τους"
Δείτε την πρόσκληση: 

Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

Έτος νέον

«Την σήμερον, άρχεται Έτος νέον... » Ας είναι «αίσιον και ευτυχές»!! 
Σφραγίδα του ναού του Αγ. Βασιλείου της Καισαρείας.
Από εκεί ήταν οι πρόσφυγες που έφτιαξαν τον Ναό στην ομώνυμη συνοικία του Βόλου. 
Εις την εορτήν της Περιτομής και του αγίου Βασιλείου.
Την σήμερον, Χριστιανοί, άρχεται Έτος νέον,
χαράν κι αγαλλίασιν πάσιν ημίν παρέχον.
Καθ’ ότ’ εις ταύτην ο τεχθείς εκ, της Παρθένου Κόρης
Χριστός ο υπεράγαθος Θεός τε και Δεσπότης
Ο παλαιός των ημερών και άναρχος πατρόθεν,
ων δε και οκταήμερος επί της γης μητρόθεν,
ς’ τον νόμον τον Εβραϊκόν θέλων να εκπληρώση,
και γένος το ανθρώπινον να το ελευθερώση,
δεν επησχύνθη να δεχθή μορφήν την ανθρωπείαν,
και να του περιτέμωσι σαρκός ακροβυστίαν.
Σήμερον και ο Κεσαρεύς Βασίλειος ο μέγας,
ος ην αρχιεπίσκοπος εις τους Καππαδοκέας
μετέβ’ εις το ποθούμενον• όστις εν τη ζωή του
γονέας έχων κ’ αδελφούς ίσους τη αρετή του,
Εσπούδασε την θύραθεν και ιεράν σοφίαν,
ας περ εξέμαθ’ εν βραχεί, ως έχων ευφυΐαν.
Και προσκυνήσας έπειτα τους τόπους του Κυρίου,
ς’ τον Ιορδάνην ποταμόν απήλαυσε του θείου
και ιερού βαπτίσματος• γενόμενος δοχείον
του παναγίου Πνεύματος, διαλεκτόν και θείον.
Ως ων δ’ υψίνους και λαμπρός πράξιν και θεωρίαν,
χάριν θεόθεν είληφε την θαυματοποιίαν.
Και επειδή απέθανεν ο πρώτος Ιεράρχης,
τον διαδέχεται αυτός ο της Τριάδος λάτρης,
φωστήρ ο διαυγέστατος της οικουμένης πάσης,
και των πτωχών και ορφανών ο κάλλιστος προστάτης.
Τα δ’ άπειρ' αυτού θαύματα να τα απαριθμήσω
επίσης μ’ είν’ αδύνατον, ως άστρα να μετρήσω.
Διό και μετά θάνατον Χριστώ συμβασιλεύων
αεί αυτόν εξιλεοί, υπέρ ημων πρεσβεύων•
και ο επικαλούμενος αυτόν μετ’ άκρας ευλαβείας,
απολαμβάνει τάχιστα της τούτου βοηθείας.
Εις την διπλήν ταύτ’ εορτήν Δεσποτικην κ’ αγίαν,
ας ευφρανθώμεν, ω πιστοί, με πλείστην ευθυμίαν,
και ας πανηγυρίσωμεν σκιρτώντες ευφροσύνως,
δοζάζοντες τον άγιον λαπρως και χαρμοσύνως•
Ας τον παρακαλέσωμεν προσέτι εκ καρδίας,
όπως χαρίζηται ημίν αφθόνους ευτυχίας,
προσέτι ς’ το αρχόμενον έτος καρποφορίαν,
κ’ εις περιόδους των ετών πολλάς, καλήν υγείαν.

(Ποίημα του παπα-Κωνσταντίνου Ζ. Κυρτσώνη, του εκ Δρακίας, κωμοπόλεως της Θετταλομαγνησίας, 1861)
Ο ναός του Αγ. Βασιλείου στο Βόλο κατασκευάζεται.
(αρχείο Ν. Μαστρογιάννη.)

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

«Πηλιορείτικος χειμερινός όρθρος»

Κατηφορίζουν  τ’ ανάερα πούσια από τη βουνοκορφή μ’ ανάλαφρο κι αθόρυβο ρόβολο και πάνε ν’ απλωθούν -αιθέρια μπαμπακένια παπλώματα -στα ριζά, στ’ ακροθαλάσσι και τους ξερόκαβους. Ασπρογαλιάζει η ανατολή και το σταχτί χρώμα του ορίζοντα χωνεμένο στη μολυβένια άπλα της θαλασσής παλεύει μέσα στο χειμωνιάτικο όρθρο να βρει την κροκάτη του ιλαρή θωριά. Ένας χρωματικός αγώνας έντονος, που ξετυλίγεται τιτανικός μπροστά στα μάτια σου. Μια γκριζόμαυρη ουράνια οθόνη, που φουσκώνει και ριπιδιάζει να βρει τη γλαυκή της μαγεία κι ένα ατέρμονο θαλασσινό υφάδι, που κυμοσαλεύει ράθυμα να πετύχει τη ζαφειρένια του στιλπνότητα. Μια συνέρια ολοσύνεχη γης κι ουρανού, με τη μουντή κι υγρή γενναριάτικη ατμόσφαιρα. Θάμα ένα τέτοιο πάλεμα· χαρά στον που μπορεί να βρεθεί ταπεινός θεατής του.
Κατηφορίζει πολύβουος κι ο βοριάς απ’ τα διάσελα, παγερόπνοος και μεγαλόπρεπος αρχός, τσέλιγκας λες βουνίσιος που σαλαγάει μπροστά του και προγκάει των νεφών τ’ ασπρόμαλλα κοπάδια. Ούννος στρατηλάτης που βουκεντρίζει σ’ ανείπωτο κούρσο τα φουσσάτα του. Πάρθος απελάτης θαρρείς, που πιλαλάει χουγιαχτά, καταποδίζοντας ολόμπροστα ένα κοπάδι διαγουμισμένα άλογα - γνέφαλα μ’ ασπρογάλαζες ανεμιστές χαίτες. Θάμα ένα τέτοιο δρόμισμα· χαρά στον που μπορεί κατάνακρα να σταθεί βλεπάτορας σαστισμένος.
Κατηφορίζει πολύροχθος γενίτσαρος απ’ εγκρεμούς και κράκουρα κι ο καταράχτης, δρασκελώντας ριζιμιά, συγκυλώντας στο διάβα του χάλαρα και δεντροκορμούς, ραντίζοντας με τ’ αφρομανητό του τις οχτιές και κάνοντας τις μαυροπράσινες μυρσίνες να χαμοθωρούν σαν ραγιαδοπούλες στο τετραποδητό σεργιάνι του. Θάμα μια τέτοια κατεβασιά· χαρά στον που μπορεί να βρεθεί παραστεκάμενος ξυπασμένος.
Τεντώνουν τ’ άφυλλα χοντροκλάδια τους τα δέντρα πάνω και πέρα, με βαθιές χαρακιές στη φλούδα τους σα λωβιασμένοι γέροι μιας κυκλώπειας κοινωνίας, τανυούν ξεσκλιάρικα βραχιόνια σε μια φρικιαστική ικεσία, ζητώντας λες από κάποιον ανελέητο ωγύγιο θεό λίγη ακόμα ζωή, για να δουν πάλι της άνοιξης τη χλώρη και τη φωτοπλημμύρα του μαρτιάτικου ήλιου. Θάμα μια τέτοια ασάλευτη, απέλπιδη προσευχή· χαρά στον που μπορεί να σταθεί ευλαβικός κοινωνός της.
Μαυροντυμένος απάχης της ερημιάς, προβάλλει το κεχριμπάρι του ο κότσυφας μέσα απ’ του μουντόθωρου κισσού τα σκοτεινά σοκάκια, και σφυρίζει αμέριμνα τους μπίρμπιλους σκοπούς του. Θάμα. Χαρά στον πούχει μάτι για να χορτάσει της ζωγραφιάς τη λιτότητα κι αυτί για να ενωτιστεί την κεφάτη μονωδία.
- - - - - - - - - - - - -
Με την παλάμη μου σφουγγίζω του τζαμιού το θάμπος για να χαρώ της χειμωνιάτικης αυγής τη ρωμαλέα παρθενιά. Η θαλπωρή της κάμαρας κι οι ευωδιαστοί ατμοί του φλιτζανιού μου, με φέρνουν στα σύνορα ενός άκρατου ευδαιμονισμού.
Κάτω από το παράθυρό μου, κροταλίζουν τα βήματά τους, πάνω στις κρουσταλλένιες λούμπες του δρόμου οι άνθρωποι της δουλειάς. Άντρες αξύριστοι και κατσουφιασμένοι με τα σύνεργά τους στις γρουμπές πλάτες τους, με βήμα άσταθο και βαριεστημένο. Γυναίκες μεσόκοπες και γριές με σκαμμένα τα μάγουλα από την ανέχεια κι ανασυρτή την ξεφτισμένη σάρπα τους ως τα μάτια, μάταια αγωνίζονται να ξεφύγουν του δαγκανομύτη βοριά τις βουρδουλιές. Κι ανάρια χουχουλίζουν τα μαργωμένα δάχτυλά τους, τόσο μαργωμένα, που θαρρείς πως στο παίξιμό τους θ' αντηχήσει ο φρικαλέος αχός των κροτάλων. Κι όλο και διαβαίνουν και στις βηματισιές τους γροικάς την αγωνία και τον αγώνα της απεγνωσμένης μα κι άσκοπης βιασύνης. Είναι ένα θλιβερό ξόδι, μια λιτανεία κινούμενη, μα χωρίς την πλήρωση και την εσώτερη ικανοποίηση της ικεσίας.
Μηχανικά η παλάμη μου κινιέται προς το θαμπωμένο τζάμι. Μα σύγκαιρα ένα τέλι, δεν ξέρω κι εγώ από που δεμένο, πετρώνει άβουλο το χέρι μου. Δεν θα σφουγγίσω την άχνα. Καλύτερα οι ζωγραφιές να χωνέψουν και ν’ αφανιστούν στη θαμπάδα τους. Γυρίζω την πλάτη μου στο παραθύρι. Ένα δάγκαμα νιώθω μέσα μου. Και στο νου μου αναδεύει σα μακάβριο σκέλεθρο ο στίχος του Παλαμά :
« Ν τ ρ έ π ο μ α ι   γ ι α   τ η   ζ έ σ τ α   μ ο υ   κ α ι   γ ι α   τ η ν   α ν θ ρ ω π ι ά   μ ο υ»
(Αντιγραφή σε μονοτονικό «ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΙΜΩΝΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ - ΠΗΛΙΟΡΕΙΤΙΚΑ Α΄», Βαγγέλης Σκουβαράς, ΑΣΤΗΡ, 1981, σελ. 25-27,  ΠΗΛΙΟΡΕΙΤΙΚΟΣ ΧΕΙΜΕΡΙΝΟΣ ΟΡΘΡΟΣ

Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017