Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Αρδευτικά αυλάκια στα 1930

Τα αρδευτικά Πανωλεχωνίτικα αυλάκια τη δεκαετία του '30
Έχει κατά καιρούς αναφερθεί το ιστολόγιο στο θέμα της άρδευσης που πάντα ήταν κι είναι υπαρκτό στα χωριά μας. Δείτε αναρτήσεις (ΕΔΩ) κι (ΕΔΩ).
[…] Αλλά δεν τελειώνουν φαίνεται τόσο εύκολα τα βάσανα των Λεχωνιτών με τα νερά… Έχουν αρκετές φασαρίες και με το νερό, το χρησιμοποιούμενο για το πότισμα των κτημάτων των. Όχι πώς δεν τους φτάνει. Τα αυλάκια μόνον διοχετεύσεως του νερού είναι εντελώς πρόχειρα κατασκευασμένα. Άλλα χωριά, τα περισσότερα στο Πήλιο, έχουν από χρόνια τώρα φτιάσει τσιμεντένια αυλάκια αρδεύσεως. Μόνον η κοινότης Άνω Λεχωνίων υστέρησε σ’ αυτό το ζήτημα…
Οι Λεχωνίτες, φυσικά, αγανακτούν, από την εις βάρος της δουλειάς και της παραγωγής τους κατάστασι αυτή. Και πρέπει να καταλάβη η κοινότης ότι έχει υποχρέωσι, έστω και με τα φτωχά μέσα που της παρέχη ο προϋπολογισμός της,να κοιτάξη από σιμώτερα λίγο και με πραγματικό ενδιαφέρον τις άμεσες ανάγκες του χωριού —όπως είναι λ.χ. η με τσιμέντο κατασκευή των αρδευτικών αυλακιών.[…]  
(Τμήμα άρθρου στη ΛΑΪΚΗ ΦΩΝΗ της 18-8-1933)
Αυτά έγραφε ο σπουδαίος Άθως Τριγκώνης …
Φαίνεται μετά πως η κοινότητα άρχισε να κατασκευάζει αυλάκια. Αλλά ...λιγο στραβά ( ! ) όπως μας λέει ο καραμπασιώτης στιχοπλόκος Γιάννης Μακρυγιώργος:
Ένα αυλάκι στα Λεχώνια
Πέρασα από τα Λεχώνια
πίσω από την εκκλησία
όπου φτειάναν έν’ αυλάκι
διά μια δενδροφυτεία.

Ήταν κύκλο μαζεμένοι
άκουσα που συζητούσαν
εάν το νερό θα πάη
μερικοί αμφισβητούσαν.

Τότε φώναξαν κι εμένα
το αυλάκι να κοιτάξω
από την αμφιβολία
 ίσως και τους απαλλάξω.

Τότε βλέπω το αυλάκι
λέγω: προς τα πίσω γέρνη! 
και ο μάστορας αμέσως
πήγε το αλφάδι φέρνη.

Παίρνει δε και μία πήχη
δω εκεί το αλφαδιάζει 
και με την επιμονή του
όλους τους καθησυχάζει.

Έμαθα εκ των υστέρων
όταν δέσαν το νερό
πήγαινε προς τα οπίσω.
Είναι σφάλμα φοβερό!

Δεν φταίνε όμως εις αυτό
οι δυστυχείς μαστόροι.
Δεν σπούδασαν μηχανικοί

μα είναι αχθοφόροι!

Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Το Πήλιο

 
Για σήμερα ένα όμορφο κατατοπιστικό κείμενο για το Πήλιο μας, του Σταύρου Βασαρδάνη. Είναι αντιγραφή σε μονοτονικό από το βιβλίο του 
"ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΑΡΓΟΝΑΥΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ" 
σελ.36-42, που έκανε την 1η έκδοσή του το 1978, από τον παλιό βολιώτικο εκδοτικό οίκο και βιβλιοπωλείο ΟΜΗΡΟΣ, για λογαριασμό του Δήμου Βόλου επί δημαρχίας Θεόδ. Κλαψόπουλου. Προσφερόταν από το δήμο ως δώρο στους ξένους επισκέπτες της πόλης. 

ΤΟ ΠΗΛΙΟ
Το Πήλιο δεν μπορείς να το περιγράψεις. Το ζεις και το αισθάνεσαι. Καθώς δεν μπορεί να περιγράψεις την ίδια την ομορφιά, μόνο τη ζεις και την αισθάνεσαι. Το βουνό αυτό είναι μια γωνιά της γης που ο Θεός την εδιάλεξε για να ικανοποιήσει το πάθος του της ομορφιάς. Οι ακρογιαλιές, οι χαράδρες του, τα βαθύσκιωτα δάση του από καστανιές και οξιές, οι βρύσες, οι ρεμματιές, οι ράχες, τα λουλούδια του ... Πολλά λουλούδια ... Οι ορτανσίες .. .
Έτσι, όταν πας στο Πήλιο, ξεχνάς όλα τα άλλα και αποξεχνιέσαι κι εσύ ο ίδιος ακόμα, γιατί αισθάνεσαι πώς σου φανερώνεται η ίδια η ομορφιά και σαι πλημμυρίζει ολόκληρο με τα χάδια της... είσαι σαν μαγεμένος... 
Το Πήλιο έχει πολλές κορφές. Η ψηλότερη είναι ο Πουριανός Σταυρός, υψομ. 1651 μ. Άλλες είναι το Πλιασίδι, το Ξεφόρτι, το Κοτρώνι, ο Γολγοθάς, το Σκετσουράβλι. Καθώς θέλουν να πούνε οι γεωλόγοι, το Πήλιο ανήκει στην αρχαία κρυσταλλοπαγή ζώνη, που πιάνει από την Χαλκιδική ως την Όθρυ, και σχηματίστηκε από κατακρημνίσεις της τριτογενούς εποχής που γίνηκαν προς τη λεκάνη της Λαρίσης, του Παγασητικού και του Θερμαϊκού κόλπου. Γι’ αυτό και οι πλευρές του κατηφορίζουν απότομα προς τη θάλασσα. Είναι η εποχή των γεωλογικών αναστατώσεων, που έφτασε ως εμάς βαθιά μέσα δη' το χρόνο με τους μύθους της Γιγαντομαχίας, της Τιτανομαχίας, της Κονταρομαχίας... Ποιος ξέρει ...αμφί δε γαία φερέσβιος εσμαράγιζε καιομένη ... Έζεε δε χθών πάσα και ώκεανοίο, ρέεθρα, πόντος τ’ ατρύγετος... Καύμα δε θεσπέσιον κάτεχεν χάος... Καίεται η γης... σείεται ψηλά βογyώντας ο ευρύς Ουρανός... Άγρια αντηχούν τα κύματα της πλατειάς της θάλασσας... και στέκουν τρομαγμένοι και θεώνται... Γαία και Ουρανός ευρύς ύπερθεν ... Η γαία και ο ευρύς Ουρανός, στέκονταν τρομαγμένοι και εθεώντο τις... κατακρημνίσεις της τριτογενούς έποχής... 
Βλέπετε λοιπόν πως καμμιά φορά μπορεί ο γεωλόγος να συναντηθή με τον... ποιητή. Ο ένας βρίσκει, με τα επιστημονικά όργανα και τους υπολογισμούς του, τις γεωλογικές κατακρημνίσεις. Ο άλλος δέχεται βαθιά, μέσ’ από το χρόνο, τον αντίλαλο των τιτανικών αιτιών γεγονότων, σαν διαίσθηση και σαν ενόραση. Είναι μια αφήγηση των ίδιων των Θεών στον ποιητή, που έχει το προνόμιο να μιλάη μαζί τους πέρ’ από το χρόνο.
 Έτσι έγινε το Πήλιο. Αύτά όλα τα νοιώθης και δίχως να είσαι γεωλόγος αν κάνης το γύρο τού Πηλίου με πούλμαν και ιδής τις μεγαλειώδεις χαράδρες του, ιδίως της ανατολικής του πλευράς, στο Ξουριχτιανό ρέμα, καθώς το αποκαλούν, όπου κατεβαίνει κοφτά, απότομα προς τη θάλασσα. Από τη δυτική πλευρά το Πήλιο βλέπει προς τον Παγασητικό κόλπο. Από την ανατολική βλέπει το Αιγαίο και το Θερμαϊκό κόλπο. Η ανατολική του πλευρά είναι και τελείως αλίμενη και εκτεθειμένη στα μελτέμια και τις χειμωνιάτικες τραμουντάνες. Σ’ αυτήν την τραχειά και απότομη ακτή, με τα κοφτά βράχια, συντρίφτηκε ο στόλος του Ξέρξη στα 480 π.Χ., που τον οδηγούσε ο Μεγαβάτης στην Ελλάδα. 400 περσικά καράβια τεαχfσtτixαν επάνω στα βράχια, φορτωμένα ανθρώπους και εφόδια. Ο δε Ηρόδοτος μάς αναφέρει λεπτομερώς: «.. . Οσας μέν τών νεών μεταρσίας έλαβε τας μέν εξέφερε πρός Ιπνούς καλεσμένους τούς έν Πηλίω (εδώ πιθανώς να πρόκειται για την Καραβοτσαξιά της Τσαγκαράδας ) τας δέ είς τόν αίγιαλόν. Αι δέ περί τήν αυτήν Σηπιάδα περιέριπτον, αι δέ είς Μελίβοιαν πόλιν, αι δέ Κασθαναίην εξεβράσαντο» . Τα συντρίμμια δηλαδή των καραβιών γιόμισαν τις ακτές του ανατολικού Πηλίου.
Μ’ όλη την τραχύτητα των ακτών της, η ανατολική πλευρά του Πηλίου είναι ασύγκριτη σε φυσική ομορφιά και σε όργιο βλαστήσεως. Εδώ έχουμε πια τη μεγάλη βλάστηση, την οργιαστική βλάστηση ζούγκλας. Ίσως γιατί είναι πιο υγρή η πλευρά αυτή. Δέχεται όλο το νερό που μαζεύουν τα σύννεφα που έρχονται απ’ τη Θράκη - Μακεδονία. Αισθάνεσαι πως πραγματικά εδώ είναι ή χώρα των Κενταύρων, που γεννήθηκαν απ’ τη βίαιη ένωση του Ιξίονα και της Νεφέλης, και αισθάνεσαι την παρουσία τους, όταν βαριά, μελανά σωρεύωνται τα σύννεφα πάνω στις κορφές του βουνού και γιομίζει ο τόπος θολή καταχνιά και αντάρα .. .
Η βλάστηση αρχίζει ψηλά απ’ την κορφή καί καλύπτει δλη τόν πλευρά ώς χαμηλά κάτω στη θάλασσα. Αρχίζει από οξυά, στα πολύ ψηλά, ως τα χίλια μέτρα. Από τα χίλια και κάτω μπαίνεις στο βασίλειο της καστανιάς. Υστέρα οι μηλιές, δαμασκηνιές, ροδακινιές, αχλαδιές και ό,τι άλλο φρούτο αγαπάει η καρδιά σου, και στα χαμηλώματα η ασημόφυλλη ελιά. Και πιο κάτω στην παραλία πορτοκαλιές, μανταρινιές και η «φιλέορτος δάφνη. Και οι θάμνοι ακόμα στην πλευρά αυτή του Πηλίου φυτρώνουν θεόρατοι... θυμάρι και θαμνώδεις κουμαριές όσες θέλεις, με τον κόκκινο νόστιμο καρπό, και φτέρες, ίσαμε το μπόι σου, και βότανα φαρμακευτικά και λουλούδια άλλο τίποτε, με κυρίαρχη την ορτανσία.
Στην ανατολική πλευρό τα αξιολογώτερα χωριά είναι: Η Τσαγκαράδα, όπου  Ε.Ο.Τ. έχει κτίσει το ωραίο ξενοδοχείο Ξενία και από όπου ένας ασφαλτοστρωμένος δρόμος οδηγεί στην μαγευτική πλαζ του Μυλοποτάμου. Το Μούρεσι, το Ανήλιο, η Μακρυρράχη, ο Κισσός, ο Αϊ-Γιάννης με την ωραιότερη πλαζ του ανατολικού Πηλίου και μιαν από τις ωραιότερες της Ελλάδος. Η Ζαγορά με το μαγευτικό Χορευτό, μια πλάζ που συναγωνίζεται επιτυχώς σε ομορφιά τον Αϊ-Γιάννη. Ο Κισσός, η Νταμούχαρη με το γραφικό λιμανάκι της, που μπορείς να τηv ονομάσης άφοβα το Saint Micele του Πηλίου. Στη δυτική πλευρά τα άξιολογώτερα χωριά του είναι: Πορταριά, Μακρυνίτσα, Άνω Βόλος. Από εδώ θεάσαι αφ’ υψηλού την όμορφη πόλη του Βόλου να αναπαύεται νωχελικά στα κράσπεδα του Πηλίου.
Και στα πόδια της, τα γαλανά νερά του Παγασητικού κόλπου με τις απαλές γραμμές του. Είκοσι τέσσερα χωριά έχει εν όλω το Πήλιο. Και είναι χτισμένα όλα στις πλαγιές του. Και μοιάζουν με τα κάτασπρα σπίτια τους - σαν ξανταίνεις με το βαποράκι απ’ τον Παγασητικό - λευκά περιστέρια. Και ακόμη άπ' τα ομορφότερα χωριά του : η Άφησος, οι Μηλιές, τα Καλά Νερά, τα Λεχώνια, η Αγριά, ο Αϊ - Γεώργης, η Βυζίτσα, η Μηλίνα, το Χόρτο, ο Πλατανιάς.
Το Πήλιο ήτανε γνωστό στον αρχαίο κόσμο. Και όλοι οι ποιητές το ύμνησαν. Τα χωριά του δεν είναι πολύ παλιά. Αν και η ομορφιά και η ευφορία του τόπου θα δικαιολογούσαν εδώ πανάρχαιους συνοικισμούς. Εν τούτοις η Ιστορία δεν μας διέσωσε παρά μόνο παραμύθια. Τα χωριά του ίσως είναι μεταβυζαντινά κτίσματα. Από το 1668 ο Σουλτάνος Μεχμέτ ο Δ' ονόμασε τα χωριά του Πηλίου Χάσια, δηλαδή ιδιοκτησία της Σουλτάνας, και άλλα τα ονόματα βακούφια, δηλαδή αφιερώματα σε ιδρύματα. Δεν κατοικούσαν Τούρκοι επάνω στο Πήλιο παρά μόνο διοικούνταν τα χωριά με προεστούς, που τους εξέλεγαν οι κάτοικοι. Έτσι πλήθυναν γρήγορα και πρόκοψαν οικονομικώς. Είναι γι’ αυτό που θα δης σήμερα στα χωριά του Πηλίου αρχοντικά τριώροφα, μεγαλόπρεπα, που δείχνουν πώς εδώ πρέπει ν’ αναπτύχτηκε κάποτε ένας ιδιάζων πολιτισμός, ο οποίος σήμερα είναι θέμα μελέτης. 
Τώρα, αν θέλετε, ελάτε να ταξιδέψωμε μέσα στην εποχή των παραμυθιών και των θρύλων του ωραίου βουνού. 
Ελάτε να επισκεφθούμε τη χώρα του Κενταύρου Χείρωνα, του Ασκληπιού, του Πηλείδη Αχιλλέα, του Ιάσονα, τις όμορφης νεράιδας Θέτιδας με τα λευκά πόδια, της μάγισσας Μήδειας με την άγρια ομορφιά, που έπραξε τα ξακουστά μαγικά της έργα στις δασωμένες ρεματιές της, όταν η τρίμορφη Εκάτη φώτιζε τον ουρανό μέσα στη σιωπηλή νύχτα... 
Εκεί μέσα στα βαθύσκιωτα δάση του Πηλίου από οξυές και αγριοκαστανιές, η λυγερή νύμφη Φιλύρα παραδόθηκε στα αχόρταγα χάδια του «αγκυλομύτη» Κρόνου και γέννησε τον σοφό Κένταυρο Χείρωνα, που ήτανε ο «δικαιότατος των Κενταύρων» και ιητήρ αγαθός, καλός γιατρός. 
Εκεί έγιναν -στα παλάτια του Κενταύρου Χείρωνος - οι ξακουστοί γάμοι του Πηλέως και της Θέτιδος όπου ο Απόλλων ο ίδιος, ο Θεός της μουσικής «... φόρμιγγ’ Απόλλων επτάyλωσσον χρυσέω πλάκτρω διώκων αγήτο παντοίων νόμων...» με την εφτάχορδη λύρα του ο Απόλλων έπαιζε με χρυσό πλήκτρο, θεϊκός μαέστρος της μελωδίας. Και ο Ευριπίδης μάς λέει στην Ιφιyένεια εν Αυλίδι, πώς στον ξακουστό αυτόν πηλιορείτικο γάμο. . . πενήντα λυγερές νεράιδες, πιασμένες χέρι χέρι, κυκλοστροφογυρίζοντας, εχόρεψαν στο γάμο... κρούοντας στη γης τα λευκά πόδια τους με τ’ αργυρά σαντάλια ... και λέγοντας της Θέτιδας και του Πηλέα τραγούδια ...  Από κει έμαθαν και οι Πηλιορείτισσες να χορεύουν το συρτό με τόση χάρη, πιασμένες χέρι χέρι....
Εκεί ο Ασκληπιός, ο πρώτος γιατρός, διδάχτηκε απ’ τον Κένταυρο Χείρωνα την Ιατρική τέχνη και « ... yενόμενος χειρουργός και την τέχνην ασκήσας επί πολύ, ου μόνον εκώλυε τινάς αποθανείν αλλ’ ανήγειρε και τους αποθανόντας! …» Και πώς θα μπορούσε ο Θεός της υγείας να μη διαλέξη το παραδεισένιο Πήλιον για διαμονή του; Το Πήλιο ως τα σήμερα είναι γιομάτο από φαρμακευτικά βότανα. Πικροκάστανα για τους ρευματισμούς, μέλεγο για τις αμοιβάδες, τίλιο, μέντα, ρίγανη, το ξακουστό κενταύρειο, που κάνει θηρίο τον άνθρωπο, και πλήθος άλλα φαρμακευτικά βότανα.
Εκεί έπάνω γεννήθηκαν και οι κόρες του Ασκληπιού, η μειδιώσα Υγίεια και η γλυκειά Ιασώ και η Πανάκεια και η Αίγλη με τα μεγάλα μάτια... Εκεί, μέσα στις βαθειές ρεματιές του Πηλίου, έγινε η ξακουστή Κενταυρομαχία, ανάμεσα στους Κενταύρους και στους Λαπίθες, στο γάμο του Βασιλιά των Λαπιθών Πειρίθου και τις ωραίας Ιπποδάμειας. Και ακόμη, εκεί στο εινοσίφυλλο Πήλιο ανατράφηκε ο ξανθός Αχιλλέας, ο ξακουστός γιός του Πηλέα και της νεράιδας Θέτιδος από τον Κένταυρο Χείρωνα και «... ίσα τ’ άνέμοις μάχα λεόντεσιν αγροτέροις έπρασε φόνον, κάπρους τ’ έναιρε σώματα δε παρά Κρονίδαν Κένταυρον ασθμαίνων εκόμιζεν...» Σκότωνε λιοντάρια και κάπρους άγριους, έφερνε τα σώματα στον Κένταυρο Χείρωνα λαχανιασμένος ... (Πινδ. Νεμέα 'Γ.) Και το δόρυ του Αχιλλέως στον Τρωικό πόλεμο ήτανε φτιαγμένο από «Πηλιάδα μελίην... Πηλίου εκ κορυφής...» Από πηλιορείτικο μέλεγο, από την κορφή του Πηλίου. Ήτανε δε τόσο βαρύ «...τι μεν ου δύνατ’ άλλος Αχαιών πάλλειν...» που δεν μπορούσε να το τινάξη κανένας άλλος από τους Αχαιούς! Ο μέλεγος είναι ένα ξύλο σκληρό και βαρύ απ’ το οποίο και σήμερα γίνονται οι ματσόλες (γκλίτσες) του Πηλίου. Κι ακόμα πηλιορείτικα ήτανε τα δυο ξακουστά άλογα, ο Ξάνθος και ο Βάλιος, που είχε ζεμένα στο άρμα τοπ ο Αχιλλέας στην Τρωικό πόλεμο, δώρο του Θεού Ποσειδώνα στο γάμο του Πηλέα και της Θέτιδος «... τους έτεκε Ζαφύρω ανέμω, Άρπυια ποδάργη ...» Που τους εγέννησε στο Ζέφυρο  Άρπυια ποδάργη (με τα γρήγορα πόδια). Και η μάγισσα Μήδεια ξανάνιωσε πάνω στο Πήλιο τον πατέρα του Ιάσονα, τον Αίσονα, μία νύχτα με τη βοήθεια της τρίμορφης Εκάτης, σαν βγήκε ότι το παλάτι της... με απολελυμένην την εσθήτα, γυμνή τους πόδας, γυμνήν την κόμην περικεχυμένην εις τους ώμους... και κάλεσε να ‘ρθουν να την βοηθήσουν οι αύρες και άνεμοι και όλοι οι δαίμονες των δασών και της νύχτας... Και ήρθαν και τη βοήθησαν.
Αυτά λοιπόν έτσι έγιναν, σήμερα δε ημπορείς να γνωρίσης το μαγεμένο βουνό απ’ τη μία μεριά ως την άλλη με το αυτοκίνητο σ’ έναν αυτοκινητόδρομο 120 χιλ. Η διαδρομή είναι μαγευτική ανάμεσα στο όργιο του πράσινου που δεν περιγράφεται παρά μόνο πρέπει να την περάσης για να νοιώσης την ομορφιά της. Μοιάζει σαν την όμορφη γυναίκα που μονάχα όταν την ιδής και την χαρής από κοντά ημπορείς να νοιώσης την γοητεία της...
Κι όταν, περνώντας με το αυτοκίνητο ανάμεσα στο βαθύσκιωτα δάση του, σταθής αποσταμένος για να ξεκουραστής στη ρίζα κάποιου προαιώνιου πλατανιού, πάλι στην κρυσταλλένια πηγή, μπορείς ν’ ακούσης, αν το επιθυμής, τους ψίθυρους του δάσους να σου διηγούνται την παραμυθένια ιστορία των θεών και των δαιμόνων του μαγεμένου βουνού…

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Υπόθεση Νίκου Ακριβογιάννη

Και πάλι η ιστορία του Αγιοβλασίτη (Καραμπασιώτη) αεροπόρου Νίκου Ακριβογιάννη με νέα στοιχεία:
(Είχε γίνει αναφορά κι ΕΔΩ )  
[…] επιτήδειοι είχαν εξωθήσει ως πρόβατο επί σφαγή και, στη συνέχεια, είχαν κατηγορήσει ως κομμουνιστή λιποτάκτη, παρ' όλη την επίγνωση που ο ίδιος είχε για τις πράξεις και την αποστολή του. Η ρετσινιά του «φυγά κομμουνιστή» , ως διαβολικό τέχνασμα, δεν επαρκούσε να αποπλύνει την ενοχή τους, τουναντίον, την καθιστούσε πιο βαριά και πιο ανήθικη.
Τελικά, οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα την επαύριον της Παναγίας, στις 16  Αυγούστου 1954, στο Μπεράτι της Αλβανίας.
Ο Νίκος Ακριβογιάννης έζησε, μέσα από αλλόκοτες οξύτητες, τις αντιφάσεις μίας ολόκληρης εποχής και την υστερία της ψυχροπολεμικής σύγκρούσης «αφού εκβίασε τυφλά κι απεγνωσμένα την εποχή του να τον αποδεχτεί ως ήρωα», λογοτέχνη, ηθοποιό, αεροπόρο, κατάσκοπο, κατέστη, εν τέλει, το μοιραίο θύμα της. Η ελληνική αστική κοινωνία, αφού τον «δολοφόνησε» κατά τρόπο ευτελή, τον κατέγραψε στη συνέχεια στη συλλογική της μνήμη ως μειοδότη. Απογράφεται ως ο πιο αδικημένος της υπόθεσης των αεροπόρων και το εξιλαστήριο θύμα μίας δαιδαλώδους σκευωρίας. Το εφεύρημα της «εθνικής αποστολής» ήταν ένα ερασιτεχνικό κατασκεύασμα, στο οποίο δεν πίστευαν ούτε οι ίδιοι οι εφευρέτες του. Ο ίδιος δήλωνε τότε, από τα απομονωτήρια των φυλακών των Τιράνων, κατά τρόπο προφητικό, ότι η υπόθεση αυτή, δηλαδή η δική του και των αεροπόρων, «είναι βασισμένη στο ψέμα και την ατιμία».
Σε όλα αυτά εμπλέκεται, άμεσα ή έμμεσα, ο αμερικανικός και ο σοβιετικός παράγοντας. Γιατί ο παρεμβατικός ρόλος των Αμερικανών στο ελληνικό γίγνεσθαι αποδεικνύεται εξίσου βίαιος με εκείνον των Σοβιετικών στο αλβανικό.
Έτσι, ο Ακριβογιάννης, προδομένος από όλους, αντιμετώπισε μόνος του και στωικά όλες τις αντιξοότητες μίας προαναγγελθείσης  αποτυχημένης  «εθνικής αποστολής», συμπεριλαμβανομένου και του εκτελεστικού αποσπάσματος.[…]

(Ο ΝΙΚΟΣ ΑΚΡΙΒΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΑΕΡΟΠΟΡΩΝ - Μέσω απόρρητων αλβανικών αρχείων- Σταύρος 
Ντάγιος, Θεσ/νίκη 2017, απόσπασμα σελ. 14)

Δείτε και τη σχετική εκπομπή από τη ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ: 

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Η Αργαλαστή

Η Αργαλαστή και τα γύρω χωριά κατά Αργύρη Φιλιππίδη (1815).


(Αντιγραφή από το «ΤΑ ΠΕΡΙΣΩΘΕΝΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΑΡΓΥΡΗ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ- ΜΕΡΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ - ΒΙΒΛΙΟΝ ΗΘΙΚΟΝ», Θεοδόσης Σπεράντσας, Αθήναι 1978 , σελ. 174-178.)


[ Εβγαίνοντας από τον Λαύκο δυτικά, έως μία ώρα, ευρίσκεις χωρίον της Αργαλαστής Μ ε τ ό χ ι. Έχει και αυτό υπέρ τα εβδομήντα σπήτια Χριστιανών· οι εγκάτοικοι εδώ είναι. άνθρωποι αγαθοί, κιτάζουν όλο τα μούλκια τους και με τα μαξούλια των ζουν. Κάμνουν ολίγον σιτάρι, κριθάρι, λινάρι, σύκα, κρασί και ελιαίς. Ο τόπος οπού κατοικούν είναι της Αργαλαστής, είναι και αυτοί ωσάν ίδιοι Αργαλαστιώται. Όλας τας υποθέσεις των τας θεωρούν εις Αργαλαστήν εις Αργαλαστήν κρίνονται, εκεί πλερώνουν όλα τα δοσίματά των. Απάνωθεν τούτου του μικρού χωρίου, έως ένα κάρτο και περισσότερον, ευρίσκεις την χώραν Α ρ γ α λ α σ τ ή. Πρώτη και ιδία χώρα της παλαιάς Μαγνησίας, έχει υπέρ τα πεντακόσια σπήτια χριστιανών. Είναι εις ένα τόπον χαριέστατον. Και από τέσσερα μέρη την βλέπει ο Ήλιος. Οι εγκάτοικοι σήμερα είναι υγιείς διά τον εύφορον αέρα οπού έχουν. Είναι όμως αμαθείς, και δεν παρααγαπούν να μάθουν εκείνα οπού δεν ξέρουν, δηλαδή τα της Ορθοδοξίας. Έχουν και εδώ σπήτια μεγάλα και καλά. Εδώ γίνεται κάθε Κυριακή παζάρι, και συνάζονται από τα έξω χωρία της Δημητριάδος και κάμνουν πραγμάτεια. Νερά όμως δεν παραέχουν. Ένα νερό έχουv εις την άκρια της χώρας αρκετόν και καλό και ονομάζεται η βρύσι κ ο ύ β λ ο ς. Εδώ μπροστά βάνουν μερικοί μπακτζέδες μόνον διά τα σπήτια των. Τό καθολικόν τους, η εκκλησία τους οπού συνάζονται, είναι επ’ ονόματι των άγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου των κορυφαίων. Εβγαίνοντας δυτικά κατά νότον, έως εκατόν πενήντα βήματα, έρχεσαι εις το παζάρι τους όπου συνάζονται κάθε Κυριακή, μερικοί και κάθε ημέρα. Εδώ έχουν τα ξενοδοχεία τους, εδώ έχουν και τα εργαστήριά των, οπού παίρνουν και δίδουν ότι τους χρειασθούν. Εδώ είναι και το μακελλείον.
Ο τόπος εν ω είναι εκτεταμένη η Αργαλαστή είναι όλος ίσωμα· τόπος εύμορφος, γη καλή, έχουν τόπον πολύ. Εκτείνεται από την θάλασσα του κόλπου Δημητριάδος, έως την θάλασσαν τον Θερμαϊκού κόλπου, της Θεσσαλονίκης και έως εις το Διακόπι των Τρικέρων. Και αυτού οπού είναι τα Τρίκερι σήμερα, το πάλαι ήταν της Αργαλαστής, και το έδωκαν, ως εις την ιστορίαν των Τρικέρων είπομεν. Έχουν σήμερον και εξουσιάζουν όλον το βουνόν της Μαγνησίας, δυτικά και ανατολικά. Έχουν σκάλαις οπού μπαρκάρουν το πράγμα τους και εβγαίνουν από την θάλασσαν, τρεις. Η μία είναι ανατολικά εις την θάλασσα του Θερμαϊκού κόλπου, ήτις καλείται Μορτίτζα· η δευτέρα είναι δυτικά, κατά τον νότον, εις την θάλασσαν του κόλπου Δημητριάδος, ήτις καλείται Κάλαμος, (εδώ εβγήκεν προ τριάντα χρόνια ο καπετάν Νικόλας, ληστής και πήγε και πάτησε την Αργαλαστή). Η τρίτη σκάλα η καλλήτερη είναι απάνω εις την όστρια σορόκο, και ονομάζεται Χόρτος. Ο κομερκιάρης τους είναι αυτός οπού κάθεται εις τον Λαύκο, οπού μπιτερτίζει το βασιλικόν κoμέρκι, των όσων πραγμάτων πωλούν και αγοράζουν.
Οι δρόμοι οπού έρχονται μέσα εις την χώραν οι καθολικοί, είναι τέσσαροι. Ο πρώτος οπού έρχεται απ’ έξω δυτικά, από την Θεσσαλία και Δημητριάδα. Ο δεύτερος έρχεται από το Νέχώρι, ο τρίτος έρχεται ανατολικά από τον Λαύκο, ο τέταρτος έρχεται από τον Χόρτο. Έχει και άλλους δρόμους, οι οποίοι μην όντας καθολικοί δεν τους γράφω. Οι Αργαλαστιώται είναι άνθρωποι δουλευτάδες πάρα πολύ. Δουλεύουν τα μούλκια των χρονικώς, κάμνουν σιτάρι και κριθάρι πολύ, κάμνουν λινάρι και ολίγον βαμπάκι, σύκα κάμνουν πολλά, οπού από αυτά εμβαίνει εις την χώραν τους μία καλή ποσότης· πρώτα μόνον όσο να φαν είχαν, τώρα ως είπομεν, η επιμέλειά των η καλή τους έκαμε να παίρνουν τόσα. Ελαιώνας έχουν πολλούς, και κάμνουν λάδι πολύ· και όλο φυτεύουν τοιαύτα δένδρα, εληαίς και συκαίς· κρασί κάμνουν όσο πίνουν, και εις τούτο κάμνουν καλά. Η Αργαλαστή πρώτον ήτον σπαϊλίκι δέκατον, και την εξουσίαζον από την Λάρισσα, και ήταν υποκειμένη εις της Λάρισσας τον μουλάν. Και τώρα προ πενήντα χρόνια, την έδωσαν εις το μετινέ -βακούφι, και την ελευθέρωσαν από την Λάρισσαν· και φέρνουν από την Πόλι τον καθέκαστον βοϊδόντα, οπού τους διαφεντεύει. Και την κρίσιν της την εμετοίκησαν από Λάρισσα, εις Λιβαδία. Εις την Αργαλαστήν εδόθησαν εν ταυτώ Λαυκος και Μπρoμήρι· και μετά ταύτα Βεζίτζα, Πηνακάταις, άγιος Γεώργιος, άγιος Λαυρέντιος, Δράκια, Μακρινίτζα, και τα τέσσαρα χωρία του Θερμαϊκού κόλπου, Μακριά Ράχη, Ανίλιο, Κισσός Μούρεσι· ύστερον και ένα μικρόν χωρίον από τα Χάσια Σμόλανι. Και είναι ως είπωμεν όλα τα χωρία υποκείμενα εις Αργαλαστή. Οι Αργαλαστιώται πρώτον ήταν άνθρωποι με γνώσιν, τώρα όμως βλέπω όλα το εναντίον. Οι προπάτορες προείδαν, και έκαμαν τούτο το ειρημένον καλό. Βλέποντας και τα λοιπά χωρία, ως είπoμεν, εδόθησαν εις την Αργαλαστήν και αυτά να έχουν εξουσιαστήν και διαφεντευτήν τους τον βοϊβόντα Αργαλαστής. Η κατηραμένη αμέλεια και αμάθεια τους κάμνει να είναι εις εκείνο οπού είναι σήμερον. Ίσως όμως εις το μετά ταύτα και στοχασθούν το καλόν τους. Οι γείτονες οπού τους συνορεύουν δυτικά είναι το Νεχώρι, από τον κόλπον Δημητριάδος έως την θάλασσαν του κόλπου της Θεσσαλονίκης ανατολικά συνορεύουν με τον Λαύκον· από το απάνω μέρος την θάλασσαν τον κόλπου Θεσσαλονίκης, από κάτω κατά τον νότον, την θάλασσαν τον κόλπου Δημητριάδος. Υπόκεινται εις τα της εξουσίας από τον ίδιον βοϊβόντα τους, εις τα εκκλησιαστικά υπό τον άγιον Δημητριάδος.
Ανατολικά της χώρας Αργαλαστής είναι δύο χωρία μικρά αυτής  Κ α τ ζ ι λ ο χ ώ ρ ι  και  Κ α μ ά ρ α. Έχουν και αυτά υπέρ τα είκοσι σπήτια χριστιανών, ζουν οι εγκάτοικοι εδώ, ωσάν τους Αργαλαστιώταις. Η γη τους και τα μούλκια τους δηλαδή, όσα και αν έχουν, είναι εις την γην της Αργαλαστής και είναι και αυτοί ίδιοι Αργαλαστιώται. Εβγαίνοντας από εδώ, έρχεσαι ανατολικά έως μία ώρα, ευρίσκεις άλλο χωρίον της Αργαλαστής Μ π ι σ τ ι ν ί κ α. Έχει και αυτό υπέρ τα ογδοήντα σπήτια χριστιανών. Ζουν και οι εδώ ωσάν τους Αργαλαστιώταις. Η γη τους και όλα τους είναι της Αργαλαστής, και είναι και αυτοί ως ίδιοι Αργαλαστιώται. Επιστρέφοντας πίσω ένα τέταρτον ώρας, ευρίσκεις άλλο χωρίον μικρόν  Μ π ί ρ. Έχει υπέρ τα τριάντα σπήτια χριστιανών. Ζουν και οι εδώ ωσάν τους Αργαλαστιώταις επειδή και είναι τόπος της Αργαλαστής. Τούτοι όμως δεν παραέχουν μούλκια, και έχουν ένδεια από κάθε πράγμα. Είναι υποκείμενοι εις όλα τους εις την άνωθεν χώραν.]

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Δανιήλ Φιλιππίδης & γλωσσικό

Αναθηματική πλάκα στις Μηλιές Πηλίου
ΔΑΝΙΗΛ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ*
[…] Μεταξύ των ανδρών εκείνων, οίτινες, λόγω τε και έργω», ειργάσθησαν, κατά τους χρόνους της δουλείας, υπέρ του έθνους ήτο και ο διάσημος κληρικός Δανιήλ Φιλιππίδης, περί ου γράφομεν εν ολίγοις.
Ο Δανιήλ Φιλιππίδης εγεννήθη εν Μηλέαις του Πηλίου τω 1758, ένθα διήκουσε και της στοιχειώδους παιδεύσεως εν τη τότε Σχολή. Λίαν ενωρίς εχειροτονήθη ιερεύς εκτελών τα ιερατικά του καθήκοντα μετά ζήλου και ενθουσιασμού. Αλλ’ είχεν άσβεστον δίψαν μαθήσεως, ην ήκιστα ηδύνατο να πλήρωσή εις τα υπάρχοντα τότε Σχολεία της πατρίδος του. Διά τούτο μετέβη εις το Αγιώνυμον Όρος χάριν κυρίως της μαθήσεως. Άλλ’ ενταύθα, διά πολλούς λόγους, δεν έβλεπε τον πόθον του εκπληρούμενον, και ούτω ήναγκάσθη να μεταβή εις την πολυπαθή και ένδοξον Χίον, ένθα υπήρχε Σχολή εν τη Ι. Μονή του Αγίου Μηνά. Εν τη Σχολή ταύτη εδίδασκε και μαθητής τις του αοιδίμου και σοφού Νικηφόρου Θεοτόκη, όστις δαψιλώς διέχεε τα νάματα της παιδείας και αληθούς σοφίας. Συμμαθητής τού Δ. Φιλιππίδου ήτο και ο Γρηγόριος, αρχιδιάκονος του Μητροπολίτου Σμύρνης Προκοπίου, ο κατόπιν ιερομάρτυς Πατριάρχης Κων/πόλεως Γρηγόριος Ε'.
Μετά την διάλυσιν της Σχολής τούτης της Χίου άαπήλθεν εις το Βουκουρέστιον, ένθα ηκροάσατο του σοφού Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου· μετά τον θάνατον δε τούτου διωρίσθη διδάσκαλος της εν Ιασίω Αυθεντικής λεγομένης Σχολής, ένθα επιτυχώς και μετά ικανότητος ου τυχούσης εδίδαξε επί δύο έτη τους Ελληνόπαιδας. Η σοφή και μεθοδική αυτού διδασκαλία ουκ ολίγον συνετέλεσεν εις την ηθικήν ανύψωσιν της Σχολής, αλλ’ είχεν άσβεστον πόθον περισοότέρας μαθήσεως.
Διά τούτο, αφήσας την επίζηλον άλλως θέσιν του διδασκάλου εν Ιασίω, μετεβη εις την Βιέννην, ένθα ήτο εφημέριος της Ελληνικής Ορθοδόξου κοινότητος ο συμπολίτης αυτού σοφός και φιλόπατρις κληρικός Άνθιμος Γαζής. Εν Βιέννη διέμεινε δύο έτη περίπου και εν Παρισίοις τρία· διήκουσε δε ανώτερα μαθήματα και δη Αστρονομίαν και Βοτανικήν και Ανατομίαν. Ούτω εν τη Δύσει φιλοπόνως επεδόθη ο φιλομαθής Δανιήλ εις την εκμάθησιν των επιστημών και των Ευρωπαϊκών γλωσσών, ων εγένετο εγκρατής και δη της Λατινικής, της Γαλλικής και της Γερμανικής. Διά της λαμπράς μελέτης των τε αρχαίων συγγραφέων και των νεωτέρων απέβη πολυμαθής και εν ταις αναστροφαίς αυτού λαλίστατος και, έστιν ότε, οχληρός. Φαίνεται δε, ό,τι ήτο ζωηρού χαρακτήρας και άστατου, ως αναφέρει ο Κ. Κούμας, και ως γίνεται δήλον εκ των ιδεών ας είτε περί του γλωσσικού ζητήματος και δη περί της εκάστοτε μεταβολής του τρόπου του γράφειν εν τω αυτώ ενίοτε βιβλίο. Κατά δε το «αργαλέον και ουλόμενον γήρας» εγένετο δύστροπος και παράξενος, ως αναφέρει ο Γρηγόριος Κωνσταντάς, ίσως δε εκ της κακής εκβάσεως των υποθέσεων αυτού. Πλην κατά την νεότητά του εγένετο ωφέλιμος εις το Έθνος διά τε της σοφής διδασκαλίας και των πολλών συγγραφών. Εφλέγετο υπό του ιερού πυρός της φιλοπατρίας και ωφελείας των ομογενών και διά τούτο έγραφεν εν τη απλή ή άλλως λεγομένη δημοτική γλώσση, ει και ήδύνατο, ως έπραττεν ενίοτε, να γράφη ως άριστα την αρχαίαν Ελληνικήν.
Εν έτει 1791 ο αοίδιμος Δ. Φιλιππίδης μετά του Γρηγορίου Κωνσταντά  εξέδοτο Γεωγραφίαν (σελ. 648). «Γεωγραφία Νεωτερική ερανισθείσα από διαφόροις συγγραφείς παρά Δανιήλ ιερομονάχου και Γρηγορίου ιεροδιακόνου των Δημητριεων» τομ. Α . ΄
Το βιβλίον τούτο είνε μοναδικόν εν τη νεωτέρα Ελληνική φιλολογία, εν ω το πρώτον λόγιοι Έλληνες διέγραψαν τα αληθή της Ελλάδος όρια και παρέστησαν το πρώτον μετά θάρρους, ως λέγει και ο Γερβίνος, την πολιτικήν αυτής κατάστασιν υπό την δουλείαν και την κακοδιοίκησιν. Το πόνημα αφιερούται προς τον Ρώσσον στρατηγόν Ποτέμκιν ον εγνώρισαν εν Βουκουρεστίω διατρίβοντες και εθεώρουν ως μέλλοντα λυτρωτήν του Ελληνικού Γένους. Διά τούτο την αφιέρωσιν προσφωνούσιν ουχί αυτοί, αλλ’ η Ελλάς, υπομιμνήσκουσα τα δεινά της.
Η Νεωτερική Γεωγραφία, πλην της άφιερώσεως και του προοιμίου, είνε γεγραμμένη εις γλώσσαν δημώδη, διότι εφρόνουν ότι αυτή, καλλιεργούμενη, θα υπερτέρει πάσας τας Ευρωπαϊκάς γλώσσας, σφοδρώς δ’ επετίθεντο κατά των αντιφρονούντων. Ανά πάσαν σελίδα η γραφίς των καταλείπει όπισθεν το στυγνόν χρώμα της οδύνης. Εν τη αφιεριώσει ονομάζουσι την Ελλάδα «οικτράν και τραγωδίας υπόθεσιν, λείψανον της βιαίας καταιγίδος, πανάθλιον και δύστηνον Ελλάδα». Μετά βαθείας δε παρατηρητικότητας λέγουσι περί των Ελλήνων : «Διά τα ήθη τους με τι να πη τινάς διά τα ήθη αυτών οπού είναι υπόζυγοι, υστερημένοι από Σχολεία, από βιβλία, από ανατροφή, από παιδεία. Μόλον τούτο το Ελληνικόν εκείνο πνεύμα, όπου εμψύχονε  τους προπάτορας τους, ένας πολυχρόνιος ζυγός, όπου ζωόνει όλα και τα νεκρώνει, δεν ημπόρεσε να το σβύση·  δεν προσμένει παρά ένα αίσιo άνεμο να πνεύση διά να ανάψη πάλιν εις το θέατρο του κόσμου».
Καθορίζονται δε τα όρια της Ελλάδος, όπερ ουδείς προ αυτών έπραξεν. «Η Ελλάδα τώρα διαιρείται εις Ευρωπαϊκή Ελλάδα και Ασιατική. Η Ευρωπαϊκή Ελλάδα περιέχει αρχίζοντας από τα νότια 1) την Πελοπόννησο, 2) την καθ’ αυτό Ελλάδα, 3) την Θεσσαλία, 4) την Ήπειρο, 5) την Αρβανία, 6) την Μακεδονία, 7) την Θράκη, 8) την Κρήτη, 9) τα λοιπά νησιά του Αιγαίου Πελάγους όπου ανήκουν εις την Ευρώπη, 10) τα νησιά του Ιονίου Πελάγους…» Περί της Ασιατικής Ελλάδος δεν ποιούνται λόγον εν τω Α΄ τόμω, ένθα μόνον περί της Ευρώπης γίνεται λόγος. Πάντως θα εγίνετο λόγος εν τω Β΄ τόμω, όστις δεν εξεδόθη και του οποίου το χειρόγραφον εγένετο παρανάλωμα του πυρός εν Κωνσταντινουπόλει.
Ο Δ. Φιλιππίδης όστις, ως φαίνεται, είνε κυρίως ο συντάκτης της Νεωτερικής Γεωγραφίας, δείκνυται λίαν φιλελεύθερος. Κατακρίνει πολλάς καταχρήσεις εν τη Εκκλησία, ως την περιοδείαν των Μοναχών προς αργυρολογίαν. « Έργο όπου δεν είναι, όχι μόνον καλογερικό, αλλά μήτε χριστιανικό, μήτε ανθρώπινο» . Ήκιστα δε λαμβάνει υπ’ όψιv ότι δυνατόν οι δεισιδαίμονες και υποκριταί να θεωρήσωσιν αυτόν ως αίρετικόν διότι «ο φωτισμένος και αληθινός χριστιανός δεν θα στοχασθή τοιαύτα». Ως βαθύς ερευνητής και από εθνικής απόψεως εξετάζει περί των Ι. Μονών, το πλήθος των οποίων καταδικάζει αυστηρότατα τόσω μάλλον, όσω εις τας Ι. Μονάς «επήγαιναν οι δεισιδαίμονες, οι πλανεμένοι, λέγω, ευλαβείς, ή επήγαιναν οι πονηροί και ακαμάται και η συνήθεια ήταν ολέθρια στον τόπο».**
Ο αοίδιμος Δανιήλ Φιλιππίδης μετέφρασεν εις την Ελληνικήν την Λογικήν του Κονδυλιάκ (1801) εκδοθείσαν εν Βενετία επιμελεία του σοφού Ανθίμου Γαζή, ως και την Αστρονομίαν του Λαλάδου (1808). Εν τη μεταφράσει της Λογικής μεταχειρίζεται την δημώδη γλώσσαν, άλλα παραδόξως εν τω αυτώ συγγράμματι εδημοσίευσε διατριβάς εν αρχαΐζοντι ίδιώματι, ως η προς τον Αλαμβέριον απάντησις του Κονδυλιάκ και το περί διδασκαλείων, περί ων λέγει: «των επ’ ωφελεία του κοινού ιδρυμάτων ουδείς έστιν ο αμφιβάλλων ότι τα αξιολογώτερα, τα κοινωφελέστερα πάντων, μάλλον δ’ ειπείν τ’ αναγκαιότερα και επομένως, οις πρώτως προσήκει τα φιλάνθρωπα ηγεμόνων και απλώς των προυχόντων όμματα τρέπεσθαι, τυγχάνουσιν εκείνα, άπερ επί τη των νέων παιδεία αφώρισται»
Εν τω αυτώ δε αρχαΐζοντι ιδιώμα συνέγραψε μετά δεκαπενταετίαν και την τετράτομον Ιστορίαν και Γεωγραφίαν της Ρουμανίας, εν η δι’ αοριστολογιών εν επιλεγομένοις έπετέθη κατά πάντων των διδασκάλων και ιδία των συντακτών του Λογίου Ερμού χωρίς
να δικαιολογήσω καθαρώς την καινοτομίαν αυτού περί την γλώσσαν. Εν έτει 1817 μετέφρασε τα Φιλιππικά του Τρόγου εις την Αιολοδωρικήν διάλεκτον και εν τοις επιλεγόμενοις έγραψε τινα εις υπεράσπισιν της υπό του Αθ. Χριστοπούλου ούτως ονομασθείσης απλής διαλέκτου.
Εις τα επιλεγόμενα εξήνεγκε παραδόξους τινάς ιδέας περί εκπαιδεύσεως, τας οποίας διά μακρών ανέπτυξεν εν ιδία πραγματεία δημοσιευθείση ταυτοχρόνως εν Λειψία (1817) υπό τον όλως παράδοξον τίτλον «Απόπειρα Αναλύσεως του Νοούμενου. Εταιρείας παρά
τας νυν, νυν πρώτον εκπονηθείσα και εκδοθείσα παρά του απειρογράφου της Ρουμανίας. Η «Απόπειρα Αναλύσεως του Νοούμενου» είνε αυτή η γλώσσα, ήτις «εδόθη υπό του δημιουργού κατά πρώτον και έσχατον λόγον εις εξαγγελίαν και έξήγησιν των εν τω νω».
Το βιβλίον τούτο εγράφη εις αρχαΐζουσαν γλώσσαν και έχει παραδόξους ιδέας.
Η όλη πραγματεία (σελ. 252) ούσα ακατάληπτος, επισκοτίζει μάλλον ή εξηγεί τα πράγματα. Αυτός ο συγγραφεύς αναγνωρίζει ότι θίγει παράδοξα τινα και άρχεται ούτι : «τοις αναγνωσομένοις»· «ξενίζειν πάντως δόξω τισί, τοις το ξένον, ου παρά την αλήθειαν, άλλα παρά την συνήθειαν υπάρχειν οιομένοις, και το καλόν απλώς τω του χρόνου μέτρω, όποιο ποτ’ αν η, μετρείν προαιρούμενοις και ειωθόσιν».
Οι χρόνοι, καθ’ ους έζησε και έδρασεν ο αοίδιμος Φιλιππίδης, ήσαν χρόνοι μεγάλης και θαυμαστής πνευματικής κινήσεως του δουλευοντος Έθνους. Το ιερόν παρ της μαθησεως ανέφλεγε τας ψυχάς κληρικών τε και λαϊκών, οίτινες ηγωνίζοντο γενναίως όπως επιφανή πολυπόθητον «φάος μέγα και λευκόν ήμαρ νυκτός εκ μελαγχίμου».
 Άλλα μεταξύ των λογίων των χρόνων εκείνωv υπήρξεν, ως μη ώφελε, σπουδαιότατη και σφοδρά έρις περί της γλώσσης, εις ποιον δηλαδή ιδίωμα έδει να γράφωσι. Περί τούτου εγράψαμεν άλλοτε συντόμως αλλαχού, νυν δε θα εκθέσωμεν ώδε τας γνώμας και τας σκέψεις του διάσημου κληρικού.
Ο Δ. Φιλιππίδης ήτο, εις τις και άλλος, θερμός θιασώτης της καλουμένης γλώσσης και υπέρ ταύτης πολλαχού των συγγραφών και μεταφραστικών έργων έγραψεν εκτενώς. Εφρόνει δε ότι όλα μεταβάλλουν εις αυτόν τον κόσμον, θέλεις τον φυσικό είπε, θέλεις τον ηθικό· επειδή και οι δύο έχουν μεγάλη σχέσι αναμεταξύ τους· μεταβάλλεται λοιπόν και η γλώσσα και πρέπει να υποκείμασθε εις αυτή την μεταβολή και να μη ισχυρογνωμούμεν, επειδή κοντά όπου του κάκου εναντιονόμασθε εις τη φύσι, φαινόμασθε καί παράξενοι. Αρχίσατε λοιπόν, ω απόγονοι των παλαιών εκείνων και περίφημων Ελλήνων, να τους μιμηθήτε καλλιεργώντας τη γλώσσα σας και τότε θέλετε μαθαίνη και Ελληνικά καλλίτερα. Τότε να είσθε βέβαιοι πως γυρίζει και η φιλοσοφία εις την πρώτη της φωλιά· επειδή αυτή αγαπά να ομιλή με ζωντανούς ανθρώπους και όχι μ’ απεθαμένων κόκκαλα».
Η γλώσσα είνε, ως λέγει, «όργανον μόνον θαυμασίως ευκολυντικόν μαθήσεως και όχι καθ’ εαυτό μάθησις».
Είνε δε η γλώσσα, ην ομιλεί ο Ελληνικός λαός, ουχί ξένη τις και βάρβαρος, άλλα «έχει μια συγγένεια με την Ελληνική μεγάλη και η μπορεί δικαίως να ονομασθή πέμπτη διάλεκτος της Ελληνικής· μία όμως διάλεκτος οπού υποδιαιρείται εις άλλας διαλέκτους».
Διά τούτο εφρόνει, ότι η τοιαύτη γλώσσα «κοντά εις τα άλλα προτερήματα όπου έχει, 
είναι και πολλά αρμονική και ποιητική και όλα τα ξένα έθνη το ομολογούν».
Όσον δ’ αφορά την εκπαίδευσιν της νεολαίας επετίθετο δριμύτατα κατά της τότε μεθόδου της εκμαθήσεως της αρχαίας Ελληνικής γλώσσης, διότι οι διδάσκαλοι ηγωνίζοντο να διδάσκωσι την αρχαίαν πριν ή γνωρίσωσιν ούτοι την μητρικήν των γλώσσαν. «Το πρώτο και φυσικό μάθημα των νέων, λέγει, πρέπει να είναι η σπουδή της μητρικής τους γλώσσας, υστέρα η γεωγραφία και η ιστορία... κάθε άλλη μέθοδος είναι ολέθρια εις τους αρχαρίους, μάλιστα το να τους βάνουν εις μία παλαιά γλώσσα πρώτο μάθημα· απ’ εδώ λοιπόν προέρχεται όπου διαβάζουν και δεν μαθαίνουν τίποτες και το χειρότερο είναι όπου με αυτόν το ολέθριο τρόπο της σπουδής εξαμβλύνεται και ο νους τους, καθώς μία καλή μέθοδο οξύνεται και τελειοποιείται».
Ο αοίδιμος Δ. Φιλιππίδης εν τω πολυθρυλήτω και τότε γλωσσικώ ζητήματι εφθασεν εις τ’ άκρα έγραφε δηλ. την γλώσσαν, ως ωμιλείτο υπό των χυδαίων και αμορφώτων. Διό πολλοί εξεμυκτήρισαν ταύτην ως γλώσσαν των  π α κ ά λ ι δ ω ν  τ η ς  Ζ α γ ο ρ ά ς.  Και αυτός δε, συν τω χρόνω προϊόντι, έγραφεν εις καθαρώτερον ύφος, ως φαίνεται εκ της μεταφράσεως εκ του Λατινικού της Επιτομής των Ρωμαϊκών του Φλόρου εις τον Αιολοδωρικήν διάλεκτον (1818). Πολλαχού δε εξήνεγκε την γνώμην περί της ανάγκης της καλλιεργείας της γλώσσης υπό σοφών, ότε «ημπορεί να γένη ακόμη η ευκολώτερη ίσως της Ευρώπης και διά τούτο και η καλλίτερη και θα τιμάται από όλα τα σοφά
έθνη».
Ο δε Γρηγόριος Κωνσταντάς εις τα προλεγόμενα των «Στοιχείων της Φιλοσοφίας» Φραγκίσκου του Σοαβίου (1804) προέτεινε (σελ. 17-23) την συγκρότησιν Συνόδου προς λύσιν του ζητήματος και την ίδρυσιν Ακαδημίας προς ρυθμισιν της νεοελληνικής γλώσσης
και της εκπαιδευσεως, διότι η καλλιέργεια της γλώσσης ενός έθνους καλλιεργεί και πλουτίζει το πνεύμα τού Έθνους... το Έθνος όπου αμελεί την γλώσσαν του, δεν έχει γλώσσαν, είναι αυτόχρημα βουβόν».
Αληθώς πολλαί γνώμαι του αοιδίμου Δ. Φιλιππίδου είνε όρθαί, ας κατά κόρον επαναλαμβάνουσιν οι οπαδοί και θιασώται της δημοτικής, πλην οφείλομεν να ομολογήσωμεν ότι έφθασε κατ’ αρχάς εις τα άκρα. Η μέση οδός είνε πάντοτε και πανταχού η ορθοτέρα.
Συνελόντι ειπείν, ο αοίδιμος πολυμαθής κληρικός Δανιήλ Φιλιππίδης ειργάσθη σπουδαίως «από καθαράς πληΐδος φρενών» υπέρ του δουλεύοντος Έθνους.
Μετήλλαξε δε τον βίον τη 9 Νοεμβρίου 1832 εν Πωάλταις της Βασσαραβίας, ένθα τελευταίον διέτριβεν έχων δικαστικάς υποθέσεις προς τινας αχάριστους.
Αντί δε πάσης άλλης κρίσεως αναγράφομεν την του Γρηγορίου Κωνσταντά : «Είθε να είχε το Έθνος και άλλους τοιούτους αλλοκότους μεν εν γήρα, κοινωφελείς δε εν νεότητι άνδρας, οι όποιοι εκλείπουσι καθ’ ημέραν ένας ένας και γυμνούται το Έθνος τοιούτων ανδρών».
------------------------------------------------------

 *ΥΠΟ ΑΡΧΙΜ. ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ΣΥΝΟΔΙΝΟΥ. Άρθρο στο Θεολογικόν Περιοδικόν Σύγγραμμα «Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΔΑΧΗ», τόμος Γ΄, Αθήναι 1920. (Αντιγραφή σε μονοτονικό) 

**Αδελφός του σοφού και φιλοπόνου Δανιήλ ήτο ο Αργύρης Φιλιππίδης. Τούτου υπάρχει χειρόγραφον (σελ. 500) βιβλίον καλούμενον  Γ ε ω γ ρ α φ ί α  Μ ε ρ ι κ ή. Καίτοι ούτος δεν είχε την πολυμερή μάθησιν του αδελφού του, όμως είνε παρατηρητικός και συναισθάνεται βαθέως την κακοδαιμονίαν του Έθνους και δη της ιδίας πατρίδος του, της Θεσσαλίας. Περιέχει δε πολυτίμους γνώσεις περί των τόπων, ους είδεν.