Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Η εξέγερση του 1854 (α)

Το Πήλιο επαναστατεί την Άνοιξη του 1854
Πρώτος ο προμυριώτης Νικόλαος Φιλάρετος ξεσήκωσε το Πήλιο και μετά από ένα ενθουσιώδη του λόγο οι πρόκριτοι δημοσίευσαν την παρακάτω προκήρυξη:
«Οι υποφαινόμενοι πρόκριτοι των χωρίων Λαύκου και Προμυρίου μη δυνάμενοι πλέον να υποφέρωμεν τον προ τεσσάρων αιώνων δουλικόν ζυγόν και τας φρικτάς συνεπείας του.
Μη ανεχόμενοι πλέον να βλέπωμεν την μεν ιεράν ημών θρησκείαν εμπαιζομένην, την δε τιμήν εξυβριζομένην και την περιουσίαν ληστευομένην δια διαφόρων διαρπαγών ανηκούστων και συνεχών ως και την ζωήν ημών αυτήν κινδυνεύουσαν καθ’ εκάστην. Ακούσαντες δε ότι και οι λοιποί αδελφοί μας Ηπειρώται, Θεσσαλοί και Μακεδόνες έδραξαν τα όπλα κατά της ανόμου Τουρκίας, δράττομεν και ημείς αυτά επίσης και κηρύττομεν ενώπιον θεού και ανθράκων και εν ονόματι της Αγίας Τριάδος, ότι είμεθα αποφασισμένοι να πολεμήσωμεν μέχρι τελευταίας πνοής, υπέρ της θρησκείας, της πατρίδος και της ελευθερίας μας.
Εγειρόμενοι αυθορμήτως, καταβαίνομεν εις τον βαρύν μεν αλλ’ ένδοξον αγωνα».
Τα χωριά επαναστατούν το ένα κατόπι του άλλου και πουθενά δεν φαινόταν ο εχθρός.
Ο αρχηγός Φιλάρετος βρισκόταν μια απ’ τις ημέρες εκείνες έξω απ’ την Αργαλαστή με τους συμπολεμιστές του, όταν από μακριά φάνηκε ερχόμενη μια συνοδεία. Το καραούλι σφύριξε και όλα τα παλληκάρια  σήκωσαν τα όπλα. Αμέσως ειδοποιήθηκε ο αρχηγός από έναν επαναστάτη ότι μια συνοδεία με κάποιον ιερέα και μερικούς γέροντες θέλει να τον δει.
-Ας έλθουν, είπε ο αρχηγός.
Αμέσως  οδηγήθηκε μπροστά του η μικρή και πένθιμη συνοδεία της οποίας προηγούνταν ο ιερέας. Ήταν λαός σκλάβων απ’ το Βόλο, γέροντες, γυναίκες και παιδιά με φοβισμένα πρόσωπα.
- Η ευλογία του Θεού σε σένα και στα παλληκάρια σου, είπε ο ιερέας.
Όλοι αυτοί, που βλέπεις εδώ έρχονται να σου μαρτυρήσουν το τρομερό κακό, που κρέμεται στα κεφάλια μας. Αυτουνού εδώ του γέροντα, είναι από τους Μπαχτσέδες, τούχουν στη φυλακή τρία παλληκάρια των γηρατειών του στήριγμα.
 -Ναι καπετάνιο, είπε δειλά ο γέροντας. Όπως σου λέει ο δέσποτας είναι. Κι ακόμα τη θυγατέρα μου ψες την ατίμασαν οι Αρβανίτες.
-Κι αυτή εδώ, είπε ο ιερεύς, με θρηνώδη τόνο και τα δάκρυα στα μάτια, έχουν τον άντρα της και τα δύο παιδιά της στη φυλακή και φοβερίζουν οι Αγάδες πως θα τους περάσουν στη σούβλα σαν αρνιά του Πάσχα. Κι ακόμα της κάψανε το σπίτι και της πήρανε και το βιος. Βασανιστήρια υποφέρουν στην Λάρισα και στον κάμπο οι άνθρωποι.
 - Κάθε μεγάλη πράξη, χρειάζεται και θυσίες, ειπώ ο αρχηγός. Θυμηθείτε τον Πατριάρχη και το Ρήγα που τους έπνιξαν οι τούρκοι και τόσους άλλους μάρτυρες της επαναστάσεως και κάνετε υπομονή. Σε λίγο θα ανάψει η φωτιά, που θα λάμψει και θα θαμπώσει τον κόσμο όλο.
- Και ο αρχιερέας Γαβριήλ πώς είναι ; Εργάζεται για το σκοπό μας ;
-Απελπισμένος, καπετάνιο μου, κάμει και άλλους να δειλιάζουν.
- Τι; Τον διέκοψε ο αρχηγός
Αλήθεια. Εδώ και τρεις μέρες μας φώναξε στην Επισκοπή και μας είπε : Οι Τούρκοι παντού νικούν. Ειναι απειράριθμοι. Να πείτε, ότι οι χωρικοί οφείλουν να στείλουν από δύο νοικοκυρέους, τους καλυτέρους στο Βόλο να προσκυνήσουν τον Πασά .
-Αυτό να μη γίνει ποτέ -διέκοψε και πάλι ο αρχηγός.
- Και άλλο ακόμα. Αφού μας είπε πολλά μας έδωσε από ένα γράμμα να το διαβάσουμε σε όλες τις εκκλησίες των χωριών.
-Πού τόχετε ;
-Εδώ καπετάνιο μου, εγώ το κράτησα και δεν το διάβασα. Πάρτο... Και έβγαλε από το ράσο του ένα χαρτί και του τόδωσε.
Ο αρχηγός το άρπαξε με οργή, το άνοιξε και διάβασε. 
- Κατάρα ! Φώναξε γεμάτος οργή ο αρχηγός κι αφού τσαλάκωσε το χαρτί το πέταξε κάτω και το ποδοπάτησε, με τόση μανία, που αυτό καταξεσκίστηκε.
-Υπάρχουν λοιπόν και Έλληνες, που δεν έχουν ελληνική καρδιά. Αυτό θα το μάθουμε!
Και αφού στράφηκε στον ιερέα είπε:
-Πηγαίνετε κι έχετε θάρρος!
Όταν έφυγε ο ιερέας και οι άλλοι κάτοικοι του Βόλου και ο Φιλάρετος έμεινε μόνος, βυθίσθηκε σε συλλογισμούς για το πραξικόπημα του Αρχιερέως του Βόλου, Γαβριήλ.
-Ποιος, λοιπόν, είναι αυτός -έλεγε και δεν θέλει να αισθανθεί τον ίδιο εθνικό παλμό τον οποίο αυτές τις ημέρες αισθάνονται όλοι; Ποια αίτια τον αναγκάζουν ν’ αποκηρύσσει τον ιερόν αγώνα του Έθνους και να συνιστά στους Χριστιανούς να μεταβούν να προσκυνήσουν τους  αγρίους και αιμοβόρους Τούρκους; Ποιες αφορμές τον παρακινούν, ή ποιες αιτίες τον εξαναγκάζουν σ’ αυτό;
Βέβαια, υπάρχει και μια είδηση στον αθηναϊκό ΑΙΩΝΑ που λέει το αντίθετο. Ίσως ο δεσπότης πιέστηκε από τα γεγονότα ν' αλλάξει γνώμη:
Με τις σκέψεις αυτές σηκώθηκε και βάδιζε. Σφύριγμα ακούστηκε και ένας των ανδρών του σώματός  του παρουσιάστηκε.
- Αρχηγέ -είπε- από τις Πινακάτες, Μηλιές, Βυζίτσα, Νιάου, Καραμπάσι (Άγιος Βλάση), Άγιο Λαυρέντη και Δράκια, ήλθαν προεστοί και θέλουν να σας μιλήσουν.
-Ας έλθουν, είπε ο αρχηγός.
Σε πολύ λίγο - οι προεστοί των παραπάνω χωριών συνομιλούσαν με τον αρχηγό. Ήλθαν για να συνεννοηθούν για να κηρύξουν την επανάσταση και στα χωριά τους.
Και πράγματι την 25η Απριλίου οι κάτοικοι Πινακατών, Μηλεών, και Βυζίτσας, δημοσίευσαν επαναστατική προκήρυξη όμοια με των κατοίκων Προμυρίου και Λαύκου. Την 26η η Νιάου. Την 27η το Καραμπάσι(Άγιος Βλάση), την 28η ο Άγιος Λαυρέντης και την 29η οι κάτοικοι της Δράκιας.
Ενώ στο Πήλιο εξαπλωνόταν η επανάσταση,  οι Γ. Γριζάνος, Χρόνης Βασδέκης καί Β. Βασδέκης μπαίνανε στα δυτικά του Παγασητικού. Οι Τούρκοι τους χτύπησαν και ανάγκασαν, λίγους απ’ αυτούς, να μπουν στο χωριό Άκετσι.
Από εκεί περπατώντας νύχτα φτάσανε στο χωριό Μελισσιάτικα Καλύβια, που απείχαν μισή ώρα από την πόλη και ετοιμάζονταν να πολιορκήσουν το φρούριο του Βόλου.
                                                                                                                (Συνεχίζεται)

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Πήλιο: Παράδεισος μοναχός !

Ένα όμορφο κείμενο του βολιώτη (ποιητή και πεζογράφου του μεσοπολέμου) Φάνι Μιράνα (ΕΔΩ) που εξυμνεί τις ομορφιές του Πηλίου...

ΕΝΔΟΙΑΣΜΟΣ
Η μουσαφιρίτσα η Λαρισινή, που τόσην αγάπη τής έδειχναν όλες γύρα-γιατί και καλή είτανε και μικρή και όμορφη και χαριτωμένη κοπελίτσα- τις διηγότανε τις ομορφιές και τα κάλλη της Πορταριάς και του Κάραβου, της αστέρευτης και αθάνατης Μάνας. Τις μίλαγε για τα μέρη, που πρώτη φορά αφτή τα είδε, με μια λατρεία πού πρόδηλα γιγάντωνε μέσα της :
— Είναι κάτι μέρη, μα κάτι μέρη! Παράδεισος μοναχός ! Θαρρείς και βρίσκεσαι στον απόκοσμο, όταν είσαι εκεί. Πέφτουνε όλες οι ομορφιές μαζεμένες μπροστά στα μάτια που, έτσι όπως τα φαντάζεσαι στον απόκοσμο. Και, λες και γίνεσαι όλη μύρα και άνθια. Και μαζί με αυτό παθαίνεις και τον ωραιότερο θάνατο....Σε πνίγουν οι φυσικές μυρουδιές. Πεθαίνεις από τις ευωδιές επάνω σε ένα ταπέτο καταπράσινων φυλλωμάτων και πολύχρωμων λουλουδιών.... Και μετά πάλι, ξαναβρίσκεσαι ζωντανή μέσα στην πιο ωραία και ποθητή ζωή... Δε φαντάζεσαι τι είναι εκεί ψηλά. Δε μπορεί να το φανταστεί ο νους σου. Πεθαίνεις με τα πιο ωραία πράματα και με τους πιο ασύλληφτους οραματισμούς.... Διάβασα πολλά στο Αρσάκειο και στο σπίτι μου για όμορφα και μαγικά τοπεία, μα ποτές η φαντασία μου δεν συλλογίστηκε όμοια, με τα όσα είδα, μέρη...
Κάθισα δεκαπέντε μέρες. Εκεί μου φαινόταν πώς κάθισα μονάχα δεκαπέντε λεφτά της ώρας... Τόρα όμως, όσο μακραίνω από ‘κεί, αρχίζω να νομίζω πώς κάθισα δεκαπέντε ολάκερα χρόνια... Εμείς στη Λάρισα έχουμε ένα έρμο Αλκαζάρ και το λέμε παράδεισο. Δε βαριέσαι! Αν δεν είτανε ο Πηνειός δίπλα του και αν του λείπανε τα ψηλά δέντρα θα είτανε κόλαση, όπως είναι όλη η Λάρισα.... Λένε πως η Βενετία είναι ένα θείο, ένα παραδείσιο μέρος. Όμως για μένα που δεν την είδα, η Πορταριά στέκει πιο αψηλά από αυτήν, καώ ας μην έχει και θάλασσες και νησίδες. Εξάλλου εμένα μου είπε κάποιος κύριος, με πολύ oρθή κρίση, πως η Βενετία είναι μέρος πληχτικό.
-Στα Λεχώνια πήγες, Πολυτίμη ; της διέκοψε την αναπόληση και την ενατένιση το Βγενιό.
-Μμμ! όχι, δεν πήγα. Πρώτη μου φορά έρχομαι, καλέ, στο Βόλο, αποκρίθηκε εκείνη -συναφερμένη.
-Στις Μηλιές ;
-Ούτε.
-Στην Αγριά, στα Πλατανίδια;
- Μα πρώτη μου φορά, καημένη, έρχομαι εδώ...
- Αααά ; Μα εκεί να πας και να δεις μέρη, που μήτε τα 'νειρεύτηκες ποτέ σου.
-Αλήθεια, λένε όλοι πώς είναι καλά. Του χρόνου λέω να ξανάρθω για μπάνια και να πάω και αυτού τότες.
Τα κορίτσια- οι φιληνάδες της κόρης της κυρά Μαγδαληνής - ακούγανε το καθετί που λεγότανε στην παρέα τους. Το Βγενιό κατόπιν άρχισε να εξυμνάει την ελιόχαρη Αγριά με το μαγεμένο το ακρογιάλι της, πού απλώνεται έτσι σαν δίχρωμη μακριά κορδέλα έτσι σαν περιθώριο ζηλευτό γύρο στην ομορφούλα και χαμηλή πολιτεία, με τα χαριτωμένα σπιτάκια, που μοιάζανε σαν ξαπεταρούδια κοριτσάκια, που προβάλλουν το αγλαό προσωπάκι τους ανάμεσα από τις πυκνές φυλλωσιές των ελιών και των λεμονιών. Και εδώ πρόστεσε:
-Αλήθεια, το ακρογιάλι της Αγριάς λένε πώς ούτε και η πανύμνητη Μυτιλήνη δεν τόχει.
Και ύστερα μιλούσε για τα Λεχώνια με τα πολυποίκιλλα φυλλώματα, για τα Κάτω Λεχώνια με τα άπειρα πωρικά, για τον ποταμό το Βρύχωνα, για τα Άνω Λεχώνια που είναι :
-Να, όπως είπες εσύ, Πολυτίμη, είναι κάτι πολύ από το απόκοσμο, είναι κάτι πολύ από την Παράδεισο, πραγματικά. Και τόχουνε πει αυτό και όλοι οι ξένοι που ήρθανε εδώ, Φαντάσου, παιδί μου, ώρες ολόκληρες περνάει ο σιδηρόδρομος ανάμεσα από γέφυρες λογίς-λογίς δέντρων πούναι καταφορτωμένα καρπούς. Κατόπι της μίλαγε για τη Γαντζέα με τους πλούσιους ελαιώνες της, για τις Μηλιές με τα νερά που εφραίνουνε εξαιρετικά όταν κατεβαίνουνε στο λαρύγκι και που είνε λαγαρά καί κρύα σαν της μυθικής Υπέρειας Κρήνης τα νερά, και που έχουνε όμορφες κοπέλες, όπως να είσανε μοσκαναθερμένες μέσα στο γιαλί· να της μιλάει για τη Βυζίτσα με τα σταφύλια της, που θα τα προτιμούσαν και οι Ολύμπιοι θεοί για τα συμπόσιά τους, για την Πρόπαν που βγάζει τις μοναδικές πλάκες, για την Αργαλαστή με τα φημισμένα σύκα, για Χόρτο, για το Νεοχώρι, για το Λαύκο, για το Προμύρι, που είναι εκεί δάση ολόκληρα, από λεϊμονιές και πορτοκαλιές που οι κορμοί τους είναι χωμένοι μέσα στη γης, είναι σκεπασμένοι με χώμα και πετράδια και άμμο από τις βροχές.
-Πού να πεις και για την πίσω την πλευρά;... Όλη η δύναμη του ήλιου, καθώς ανατέλνει μέσα από το νερό,  δύναμη αυτή γίνεται χλωρασιά και δέντρα και λουλούδια και καρποί και ομορφιές και μυρώματα σε κείνο το μέρος.
 Η Τσαγκαράδα είναι το θαύμα του Πηλίου. Έπειτα βάλε τη Ζαγορά με τη Βίγλα της, τον Κισσό, το Μούρεσι, το Πουρί, τον Αϊ Γιάννη, το Χορευτό και τράβα κορδέλα... Και να ξαίρεις είναι γιομάτα φασόλια  και κάστανα και κοκόσιες... Κι άλλα τόσα, πολλά και θαμαχτά πράματα είπε το Βγενιό.
 -Αμ, αυτού να πας να δεις Πήλιο, τέλειωσε.
-Γιατί; -υπόβαλλε απότομα η μητέρα της Ευτέρπης, η νοικοκυρά, κι ανασηκώθηκε λίγο από το σκαμνί της.
-Τα δικά μας τα μέρη λίγο σου είναι;
Σάστισέ το Βγενιό, που δεν καταλάβαινε για ποιον τόπο της μίλαγεν η κυρά Μαγδαληνή.
-Στη Λαμία, λέει; στην Αθήνα; στη Σαλονίκη; αναρωτήθηκε μέσα της. Το βλέμμα της τόχεν αφερεμένο αφιμένο απάνω στη νοικοκυρά που της μίλησε.
-Ποια μέρη; ρώτησε.
-Τι αδέξια την έχεις την Πορταριά; απάντησεν η κυρά Μαγδαληνή. Κι η Ευτέρπη αρώτησε μετά:
-Καλέ έχεις πάει στον Κάραβο να δεις;
-Χμ!  Στην Πορταριά εγώ δεν πήγα ποτές μου ως τα τόρα. Και τόχω μεράκι, να σας πω την αλήθεια, αυτό... Τόσο κοντά που είμαστε εδώ και να μην τα καταφέρω να πεταχτώ μια ματιά για μια δύο μέρες...
Και η κουβέντα ξακολούθησε να κυλάει όμοια, αποκάτου στο χαγιάτι που καθότανε η γυναίκεια συντροφιά, ενώ στης Πολυτίμης το νου γεννιότανε κάτι σαν αμφιβολία, σα δισταγμός, σα δυσπιστία.


[«Από τις ιστορίες του χθεσινού Πηλίου» - ΦΑΝΙΣ ΜΙΡΑΝΑΣ -1924 (Πιστή αντιγραφή σε μονοτονικό)]

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Πάσχα του 1944

Ήταν 16 Απριλίου του 1944. Κυριακή του Πάσχα όπως και φέτος, αγαπητές/οί αναγνώστριες/ες…
Στην κατοχική κοινή έκδοση των βολιώτικων εφημερίδων με τίτλο Ο ΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ* βρίσκουμε ένα χρονογράφημα του Τάκη Οικονομάκη, δ/ντή της εφημερίδας ΘΕΣΣΑΛΙΑ. Παρόλην την λογοκρισία καταφέρνει να στείλει το μήνυμα, συμπληρώνοντας το από 2ετίας (Πάσχα 1942) ποίημά του: 
«Ελλάδα μου σε πρόδωσαν σκληροί Πιλάτοι νέοι
Λογχίσανε το στήθος σου οι άνομοι Ρωμαίοι.
Ανέβηκες στο Γολγοθά, αλλά θα δης και πάλι
Σου τ’ ορκιζόμαστε εμείς, Ανάσταση μεγάλη». 
Στις 18 Απριλίου του '44 -δύο μέρες μετά- σαν σήμερα, πεθαίνει την ώρα που πάνε οι κατακτητές να τον συλλάβουν !!

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΝΟΝ ΠΑΣΧΑ
Είναι το τέταρτο Πάσχα που περνάμε μέσα στις σκληρές ταλαιπωρίες των πολεμικών δοκιμασιών. Και ένα τέτοιο Πάσχα δεν ειμπορεί βέβαια να είναι η γλυκειά και ευφρόσυνη Πασχαλιά που, περισσότερον από κάθε άλλον την αισθάνεται και την πανηγυρίζει η ελληνική ψυχή. Πώς ημπορεί να μας προσφέρη την χαράν της όταν το πένθος και η οδύνη των δοκιμασιών μαυροφορούν την ψυχήν μας; Της Ζωής πώς ειμπορεί να διαλαληθή ο θρίαμβος, όταν ο θάνατος σκορπίζει παντού της ερημώσεώς του την φρίκην; Το ανέσπερον φως της αγάπης χάνεται μέσα στις φλόγες, που παντού εξεμεί του πολέμου το μίσος. Και το «Ειρήνη υμίν», η πρώτη φράσις αλλά και η μεγάλη παραγγελία με την οποίαν ο Αναστηθείς εχαιρέτισε τους μαθητάς του, πως αλλοιώς είνε δυνατόν να ακουσθή σήμερα παρά σαν μια σκληρή και τραγική ειρωνία; 
Έτσι και το εφετεινό Πάσχα όπως και τα τρία προηγούμενα δεν ειμπορεί να είναι η γλυκειά και χαρούμενη Πασχαλιά που γνωρίζομεν. Η χαρά της αδυνατεί να πλημμυρίση την ψυχή μας, το φιλί της αγάπης δεν φτερουγίζει στα χείλη μας, το ανέσπερον φως δεν φεγγοβολεί την ύπαρξή μας, το «Ειρήνη υμίν» στ’ αυτιά μας δεν φτάνει. Το νοιώθει αυτό η μεγάλη σημερινή γιορτή κι αλλάζει εμφάνιση. Η χαρά της μεταμορφώνεται σε στοργή και σαν χάδι παρηγορίας κι εγκαρτερήσεως καταπραΰνει την τρικυμία της ψυχής μας. Ο θρίαμβος της μεταμορφώνεται σ’ ελπίδα γλήγορου τερματισμού των πολεμικών δεινών και το μεγάλο της σάλπισμα το «Ειρήνη υμίν» γίνεται σταθερή υπόσχεση. 
Το ανέσπερον φως της αγάπης θα φανή και πάλι στον κόσμον και η μανία της ύλης και των ακαθάρτων παθών δέν θ’ αρyήση να γκρεμισθή στα τάρταρα τού αφανισμού και της καταισχύνης. 
Έτσι μας παρουσιάζεται κι εφέτος όπως και τα προηγούμενα τρία χρόνια το Πάσχα. Δεν μας δίνει τη μεγάλη χαρά τής Πασχαλιάς. Μας προσφέρει όμως ως αντάλλαγμα μια μεγάλη βαθειά συγκίνησι, μου ανυψώνει την ψυχή μας προς τη γλυκειά προσδοκία της Αναστάσεως που σύντομα θα επακολουθήση το σκληρό Γολγοθά, εις τον οποίον είναι καρφωμένη όχι μόνον η Ελληνική ψυχή, αλλά και ολόκληρη η ανθρωπότης. Τ. ΟIK.
-----------------------------------------
* Μαζί στο ίδιο φύλλο βρίσκουμε και την ανακοίνωση των Γερμανικών κατοχικών αρχών με τη «μεγαθυμία» του Χίτλερ !!

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Η Λαμπρά

Καρτ ποστάλ του Κ. Ζημέρη.
Αρχείο του ΔΗΚΙ Βόλου

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ, αγαπητές/οί αναγνώστριες/ες…
με ένα ποίημα του γνωστού Νικ. Ι. Γιαννόπουλου (Ήπειρος 1866-Αλμυρός 1945), αρχαιολόγου, μελετητή της Ιστορίας του τόπου μας, λόγιου, ιδρυτή του Μουσείου Αλμυρού, επιμελητή του Μουσείου Βόλου και συγγραφέα.
Η Λαμπρά

Έφτασε πάλιν η Λαμπρίτσα, 
Η καλή μας ημερίτσα.
Σήμερον Χριστός ανέστη, 
Ουρανός και γη εξέστη. 
Σήμερον η Παναγία 
Και η Μάρθα κ’ η Μαρία, 
Η Σωσάννα και Σαλώμη. 
Και με ταις λοιπαίς ακόμη, 
Έστησαν χορόν μεγάλον, 
Το «Χριστός ανέστη», ψάλλουν. 
Έχουν και παιγνίτας όλους 
Τους προφήτας κι αποστόλους. 
Ο Δαυίδ παίζει την λύραν 
Με την δεξιάν του χείρα. 
Ησαΐας το κανόνι 
Με αυτήν το ανταμόνει. 
Ιεζεκιήλ το τέλφι, 
Δανιήλ βγαίνει με κέφι, 
Το τζιφούρι Σοφονίας 
Μαγλαμάν ο Ζαχαρίας, 
Τον ζουρνάν δε ο Αγγαίος 
Το παράβλι ο Θαδδαίος. 
Και λοιποί οι Αποστόλοι 
Τραγωδούν, χορεύουν όλοι. 
Στην αρχήν έχουν τον Πέτρον, 
Και χορεύουν με το μέτρον. 
Και κατόπιν τον Ανδρέαν 
Κ’ έκραξε το έα έα. 
Και κοντά ο Ιωαννης 
Κ’ έλεγε «Χριστός ανέστη», 
Και οι εναπολειφθέντες 
είπον «αληθώς ανέστη». 
Τον Ιάκωβον μαζύ τους 
Χαίρεται πολλά ψυχή τους. 
Έρχετ’ ο Ματθαίος πάλιν, 
Με στολήν λαμπράν μεγάλην. 
Τον Θωμάν έχ’ απ' το χέρι 
Και εις τον χορόν τον φέρει. 
Και λοιπόν οι Αποστόλοι 
Τραγωδούν, χορεύουν όλοι. 
Το τραγούδι τους μελάτο 
Εύμορφον και μυρωδάτο.
Και να ζήτε από χρόνου 
Και εδώ το τελειόνου.

Αλμυρός ͵αϡα΄ (1901)

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Περί τελευτής

Ο τάφος της οικογένειας Κοντού
στο παλιό νεκροταφείο του Βόλου (Αρχείο ΔΗΚΙ Βόλου)

Περί θανάτου και τελευτής 
Είναι από το Παροιμιαστήριο του ζαγοριανού Πατριάρχη Καλλίνικου, σήμερα Μεγάλο Σάββατο του Πάσχα 2017, όπως αντέγραψε ο Βαγγέλης Σκουβαράς από το χειρόγραφο της Βιβλιοθήκης Ζαγοράς:
«Από το θανατικόν φεύγε μακράν»
«Θνήσκουν και οι νέοι ως και τους γέροντας» 
«Μεταχειρίσου τα πλούτη σου, ότι μετά θάνατον τα αφίνεις»
«Ο άνθρωπος είναι γη και σποδός»
«Ο αριθμός των ημερών μας ολιγοστεύει καθ’ ημέραν»
«Ο θάνατος είναι ο πλέον καλλίτερος ιατρός του κόσμου, όστις ιατρεύει όλα τα κακά»
«Ο καιρός τρέχει και ο θάνατος έρχεται»
«Ο καλλίτερος θάνατος είναι το φαρμάκι»
«Ό,τι έχουν εδώ τ’ αφίνουν και το σώμα πηγαίνει εις τον τάφον»
«Όλα τα αφίνεις εδώ, όπου τα εύρες»
«Όστις ζη καλά δεν αποθνήσκει κακά»
«Ότι έχει να αποθάνη κάθε ένας είναι βέβαιον, αμή τινάς δεν ηξεύρη πότε και πώς;»
«Σήμερον εν δόξη, αύριον εν θήκη»
«Σήμερον εν θρόνω, αύριον εν θρήνω»
«Σήμερον εν τιμή, αύριον εν τη γη»
«Σήμερον εν τύφω, αύριον εν τάφω.
«Σήμερον επί βήματος, αύριον επί μνήματος.
«Σήμερον λαμπρός, αύριον πηλός.
«Σήμερον προεστώς, αύριον σποδός.
«Ψυχή, μετανόει, ο θάνατος εγγίζει»