Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

Καραμπάσι 1911

Εμπορικός οδηγός Βόλου- Πηλίου- Αλμυρού -1911, 
Πληροφορίες για το Καραμπάσιον ή Άγιος Βλάσης Πηλίου.

Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Εργαλεία & σκεύη (3)

Ζυγαριές και ζύγια
Το ζύγισμα (στάθμιση-μέτρηση) των διαφόρων προϊόντων ή υλικών υπάρχει  από το 5000 πΧ και χάνεται στα βάθη των χρόνων. Ανάλογα με το προϊόν, τις εποχές και τις χώρες η «ζύγιση» γινόταν με διάφορους τρόπους. 
Σ’ εμάς εδώ, αλλά και στην Ευρώπη τα παλιότερα χρόνια, πριν έρθουν οι αυτόματες με ελατήρια και οι ηλεκτρονικές ζυγαριές, για τα μεγάλα βάρη είχαμε τις πλάστιγγες, για τα μεσαία τα καντάρια και τις παλάντζες και τις σταθερές ζυγαριές του πάγκου. Για μικρά ως ελάχιστα βάρη υπήρχαν οι ζυγαριές ακριβείας (φαρμακεία, χρυσοχοεία κλπ). 
Στατήρας ή καντάρι
Τα καντάρια (οι στατήρες των αρχαίων, statera λατινικά) λειτουργούσαν με διαιρεμένο σε οκάδες ή κιλά μοχλοβραχίονα με κινητό αντίβαρο και με το υπομόχλιο σταθερό πάνω απ’ τη θέση του γάντζου, απ' όπου περνούσε ένα ξύλινο δοκάρι τη "μανέλα" (φαλάγγι) και κρατιόταν στις άκρες του από δυο ανθρώπους σηκωτές-ζυγιστές. Ο γάντζος από κάτω ή οι δυο αλυσίδες που κατέληγαν πάλι σε γάντζους μυτερούς, ήταν για την ανάρτηση του βάρους πχ αρκάδες, στίβα τελάρων κλπ. Τα καντάρια γύριζαν κι ανάποδα και ζύγιζαν ελαφρύτερα ή βαρύτερα πράγματα αναλόγως. Υπήρχαν και καντάρια που ζύγιζαν οκάδες απ’ τη μια και κιλά απ' την άλλη. 
Οι κατασκευαστές κανταριών στο Βόλο.
ΕΜΠΟΡΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΒΟΛΟΥ- 1911
Με τον ίδιο τρόπο ζύγιζαν κι οι παλάντζες (balanza ιταλικά), αλλά ελαφρύτερα υλικά πχ λαχανικά και φρούτα. Στον κάτω γάντζο τους υπήρχε τάσι ή πιάτο με τρεις αλυσίδες για την τοποθέτηση των προϊόντων.  
 Όνομα και ...πράμα!
Βολιώτικη διαφήμιση του 1899
 (Ημερολόγιον Φιλοπτώχου Αδελφότητος Βόλου) 
Οι πλάστιγγες ζύγιαζαν με βαρίδια-ζύγια δεκαπλασιάζοντας ή εκατονταπλασιάζοντας την ονομαστική τους αξία και με κινητό ζύγι σε βραχίονα-φάλαγγα για ρύθμιση.
Η ζύγιση με όλους τους παλιούς ζυγούς-ζυγαριές στηρίζεται στην αρχή της ισορροπίας του ξύλινου δοκού αρχικά και του μεταλλικού μοχλοβραχίονα αργότερα. Απ’ τη μια μεριά(=μπάντα) έμπαινε το προϊόν ή το υλικό που ήταν να ζυγιστεί κι απ’ την άλλη τα ζύγια ή ζύια ή δράμια ή βαρίδια. Όσο βάρος έδειχναν τα ζύγια (οκάδες και δράμια ως την 1η Απριλίου 1959 ή κιλά και γραμμάρια στο εξής), τόσο ήταν και το βάρος του προϊόντος ή του υλικού. Έτσι όταν ισορροπούσε η «βέργα» του μοχλοβραχίονα-κανόνα του κανταριού ή της παλάνζας κι ερχόταν σε οριζόντια θέση και το όρθιο δόντι ακριβώς στην ευθεία με τα άλλα τότε ήταν ακριβής η ζύγιση.  Στις πλάστιγγες και στις σταθερές ζυγαριές, έπρεπε να ισορροπήσουν στην ευθεία οι δυο ακίδες, τα νύχια.
Επιτραπέζια ζυγαριά ως 5 κιλά.
 Ήταν για ζύγισμα ψαριών γι' αυτό και το βαθύ τάσι  με ρύγχος
Ζύγια κιλόύ και υποδιαιρέσεων μπρούντζινα
Τα χτυπήματα-σφραγίδες του περιοδικού ελέγχου "Μέτρων και Σταθμών"
Φράσεις ή παροιμίες που προέρχονται από τη ζύγιση και τις ζυγαριές: 
Αυτός ζ’γιάζει απ’ τ’ς αλαφριές (=είναι ελαφρόμυαλος ή αγαθούλης)
Τα ‘χει τιτρακόσια (= έχει σώας τας φρένας, δεν του λείπει κανένα δράμι μυαλό)
Έφαγι ξύλου μι του καντάρ’ (=έφαγε πολύ ξύλο)
 Έβρεξι μι του καντάρ’ (=έβρεξε πάρα πολύ)
Ζύγιαζι σουστά κι πούλα ακριβά (=τιμιότητα)
Είνι ντιπ παλάντζα! (= δεν έχει σταθερή γνώμη ή άποψη)
Το συμφέρον με το δράμι κι η φιλία με το καντάρι (=εγωισμός)

Αίνιγμα:
Πετεινός νυχάτος, μακροποδαράτος, περπατεί και κρίνει τη δικαιοσύνη. Τι είναι; (η ζυγαριά)
και: 
ΥΓ 1: Ο λεχωνίτης Νώντας Τσ.  διαβάζοντας τα παραπάνω, έκανε μια συμπλήρωση στο όνομα του ξύλινου δοκαριού που χρησιμοποιούσαν στη ζύγιση με καντάρι: 
Το είπε "μανέλα" και ήταν από ξύλο καστανιάς. 
Βεβαίως το λέγανε έτσι, από τη "μανέλα" (=μανιβέλα) των ελαιοτριβείων, που εκείνη ήταν αρκετά μεγάλο δοκάρι και το γύριζαν οι εργάτες για να πιέσουν τα τσουβάλια του χειροκίνητου πιεστηρίου. Κι επειδή η "μανέλα ή φαλάγγι" έπρεπε να είναι από γερό ξύλο αντοχής, χρησιμοποιούσαν στο Πήλιο καστανίτικο "καπρούλι" (=παλούκι κιριστέ, δοκάρι).   
Το "φαλάγγι" (παλάγκο), επίσης ως δοκάρι, χρησιμοποιείται κι από τους βαρκάρηδες ως στήριγμα και στρωτήρας (κύλινδρος) για να βγάζουν-σέρνουν τις βάρκες τους στη στεριά. 
Ο Μένος Φιλήντας στη "Γλωσσογνωσία- Γλωσσογραφία- τομ. Γ΄", λέει πως προέρχεται από το palanca+φαλάγγι=παλάγγι (συμφυρμός-συνεπαρμός).


ΥΓ 2: Στο Πήλιο υπάρχουν κι οι φράσεις: 
α.  "Τάρα-μανέλα", που σημαίνει πως η μανέλα υπολογίζεται ως τάρα(=απόβαρο).
Έτσι μπορεί η "δ'λειά να γιένει τάρα-μανέλα!" (δηλαδή να ζημιωθεί ο πωλητής)
β.  "Έφαγι μανέλα"! (δάρθηκε με ξύλο)

Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

Ιστορία και ποίηση!

Όταν στα Λεχώνια η "ποίηση" συναντά την Ιστορία!!!
Νικ. Γεωργιάδη "ΘΕΣΣΑΛΙΑ" εκδ. 1894
Εφημερίδα ΚΗΡΥΞ-Βόλος 1908 
Ζωγραφική του Francois Perilla
(πύργος Σουλεϊμάν-Καραγιάννη)

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Κωνσταντίνος Αναστασίου- Ρετζάλης

Ο  Ρετζάλης ή Ρεντσάλης
«Ζόρια ι Ριντζιάλ(η)ς κόκκινα παπούτσια !» Αυτή η καραμπασιώτικη φράση έμεινε από  την περίοδο της τουρκοκρατίας στον τόπο μας. Είναι σχετική με την απόφαση του Κων-νου Αναστασίου, να φορά τα κόκκινα παπούτσια των μουσουλμάνων αν και χριστιανός, για να μην είναι ξιπόλητος, οπότε δεν του ερχόταν ...ζόρι!
   Οι Αγιοβλασίτες που ως τα σήμερα λένε τη φράση αυτή, εννοούν πως ο Ρετζάλης έκλεβε απ’ το τζαμί την ώρα της προσευχής των μουσουλμάνων τα παπούτσια τους και τα φορούσε επειδή δεν είχε.  Η πραγματικότητα μάλλον είναι διαφορετική και μας οδηγεί στον «Ριντζιάλ(η)» που ήταν υπαρκτό πρόσωπο κι έζησε ...όλον τον 19ο αιώνα!

Ο Κων-νος Αναστασίου λοιπόν, ήταν γιος του Αναστασίου γεννημένος στον Άγ. Γεώργιο Πηλίου το 1802. (Τότε ήταν συνηθισμένο τ’ αγόρια  να παίρνουν ως επώνυμο, το όνομα του πατέρα τους, κάτι που και σήμερα συνηθίζεται στις μουσουλμανικές χώρες).
   Σε ηλικία έξι ετών ορφάνεψε από μητέρα κι πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε. Ο Κων-νος φιλοξενήθηκε από το θείο του Ζήση Καμπυλάκη και παππού του γνωστού μας Ζωσιμά Εσφιγμενίτη, στον Άγιο Λαυρέντη Πηλίου για επτά χρόνια. Μετά ήρθε για τρία χρόνια στ’ Άνω Λεχώνια και δούλεψε στο Μπας μύλο του Νικολ. Μυλιώνη. (Ο μύλος ήταν στον ίδιο χώρο όπου ο μύλος του Αποστ. Κοκοσλή και μετέπειτα του Γεωρ. Δημόπουλου, στη ρεματιά Κουφάλας).
    Μετά το θάνατο του μυλωνά Μυλιώνη, ξαναγύρισε στον Άγιο Λαυρέντη ως παραγιός στην Αναγνώσταινα Ζαδέ κι έμεινε ως την Επανάσταση του ’21. Τότε έφυγε μαζί μ’ άλλους ακολουθώντας τον Άνθιμο Γαζή στο Ξηροχώρι (περιοχή Ιστιαίας) και στη Λιχάδα της Εύβοιας. Όταν ηρέμησε η κατάσταση, επέστρεψε κι εγκαταστάθηκε στον Στρόφιλο του Καραμπασιού.
    Εκεί, δουλεύοντας για χρόνια έκανε τον ιχθυοπώλη και τον μικρέμπορο. Στην ηλικία των σαράντα παντρεύτηκε τη Μαρία, κόρη του αναγνώστη Ιωάννου Παχιού.  Απόκτησε εν καιρώ από τη δουλειά του κι από μεγάλη οικονομία, αρκετή κτηματική περιουσία.
Απόκτησε επίσης κι επτά αρχικά παιδιά που κατά κακή του τύχη, όλα πέθαναν.  Λίγο αργότερα απόκτησε πάλι μια κόρη τη Μαχώ, που την πάντρεψε με τον Κωνσταντίνο Αλπάκη. (Σήμερα στην περιοχή, υπάρχουν απόγονοι αυτής της οικογένειας. Παλιότερα πολύ γνωστός ήταν ο δημοδιδάσκαλος του Αγ. Βλασίου, Ιωάννης Αλπάκης)

   Ο Κων-νος (Ρετζάλης) Αναστασίου, ήταν ένας καλοκάγαθος άνθρωπος, σοφός αν και αγράμματος, τίμιος, συνετός και φιλήσυχος. Πλήρωνε τους φόρους του στο τουρκικό και είχε καλές σχέσεις στη συμβίωσή του με τους  οθωμανούς, γι αυτό κι οι Τούρκοι των Λεχωνίων τον είχαν σε εκτίμηση και τον αγαπούσαν. Ήταν ο συμβουλάτορας χριστιανών και μουσουλμάνων σε απλά και σε δύσκολα ζητήματα. Έτσι οι οθωμανοί τον ονόμασαν «Ρετζάλη-Ρεντσάλη» από το ρεδζά=ικεσία, παράκληση, αλλά και ριδζή=μεσολαβητής.
   Ο Ρετζάλης ήταν φιλεύσπλαχνος. Έδινε πάντα σ’ όσους είχαν ανάγκη, αφού κι ο ίδιος είχε  γνωρίσει την ορφάνια, τη φτώχεια και τη δυστυχία. Όταν όμως πάντρεψε την κόρη του, όλα τα εισοδήματά του τα έκανε ελεημοσύνη! Η σύζυγός του πολλές φορές αντιδρούσε, αλλ’ ο ίδιος πάντα δοξολογούσε το Θεό!
   Στα τελευταία του χρόνια έδωσε και το ποσό των χρημάτων που χρειαστήκαν για να τυπωθεί η ακολουθία του πολιούχου και προστάτη του Καραμπασιού, Αγ. Βλασίου, που ως τότε δεν υπήρχε και δεν μπορούσε να γίνει μεγαλοπρεπής η πανήγυρη στη μνήμη του. 
Αυτή (Ακολουθία, βίος, μαρτύριο κλπ) εκδόθηκε με πρωτοβουλία, αλλά και σχόλια του Ζωσιμά για το Καραμπάσι, στα 1901.
   Πέθανε στις 13 Γενάρη του 1900.
Τέλος, ο  Βαγγέλης Σκουβαράς στα «Πηλιορείτικα Β΄» τον αναφέρει ως Καραμπασιώτη που  δίνει  πληροφορίες για την τουρκοκρατία στον οικισμό του Στρόφιλου.  
ΠΗΓΕΣ: 
1. ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ- ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ, ΒΛΑΣΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ κλπ, Αθήναι 1901
2. Περιοδικό ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ, Βόλος  
3.Διηγήσεις.

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Μουσικό δείπνο

Μια εκδήλωση με αφορμή την αυγουστιάτικη πανσέληνο από το ΛΕΒ, 
στο σπίτι Μπορλότου στο λόφο Νεβεστίκι, σήμερα 20-8-2013 
Μερική άποψη του χωριού από το λόφο Νεβεστίκι
Από την http://e-thessalia.gr/
Άποψη του χωριού μερική, από το σπίτι Μπορλότου 
και το λόφο Νεβεστίκι

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Κοκοσλής συνέχεια...

1.  Ένα πάθημα του Ν. Κουκουσλή
(Αντιγραφή από την εφημερίδα Η ΘΕΣΣΑΛΙΑ της 23ης Αυγούστου 1933)
"Είναι εις όλους τους Πηλιορείτας γνωστόν το πάθημα του Νικολάου Κουκουσλή. Ούτος είχεν εργοστάσιον μεταξουργίας και ειργάζοντο εις αυτό πολλά κορίτσια.
Την παραμονήν του Αγίου Αποστόλου, του Νέου, οι εργάτιδες φεύγουσαι ηρώτησαν τον Κουκουσλήν, εάν θα εργαστούν την επομένην, αφού ήτο η μεγάλη του Αγίου εορτή.
Ο Κουκουσλής απάντησεν τότε εις τας εργάτιδας:
-Τι Αγίου και Αποστόλου. Εγώ δεν ξεύρω  τίποτε απ’ αυτά. Η δουλειά δεν είνε κακό πράγμα και ο Άγιος δεν θέλει τα κορίτσια τεμπέλικα, αλλά τα θέλει δουλευτάρικα. Αύριο θα ρθήτε  όλες να δουλέψετε γιατί η δουλειά δεν μας περιμένει.
Τα κορίτσια καταλυπημένα, διότι δεν θα μπορούσαν να πηγαίνουν εις τον Άγιον Λαυρέντιον και να προσκυνήσουν. Ο Άγιος όμως, όπως διηγούνται οι παλαιότεροι Πηλιορείται, έδειξε το θαύμα του. Ο Κουκουσλής έπαθεν από ημιπληγίαν και κατέστη παράλυτος. Τότε ηννόησεν το σφάλμα του. Μετέβη εις τον Άγιον Λαυρέντιον, προσευχήθη, ενήστευσεν και μετ’ ολίγον ειλικρινώς μετανοήσας δια το σφάλμα του έγινε καλά.
Το πάθημά του το διηγήθη μόνος του εις πλείστους και έκτοτε κανείς Πηλιορείτης θεοσεβής δεν εργάζεται την ημέραν του Αγίου Αποστόλου, του Νέου."

2.  Ο βουλευτής Ν. Κοκοσλής κι οι... υδρονομείς των Λεχωνίων!
Σημείωση- επεξήγηση: 
Ο υδρονομέας ή νεροκράτης ή «μπικτσής» -στο πηλιορείτικο γλωσσικό ιδίωμα- ήταν ένα πρόσωπο του χωριού, που όλοι υπάκουαν και δεν έφερναν ποτέ αντίρρηση στις ενέργειές του, για λόγους τάξης. 
Οι υδρονομείς εργάζονταν  και εργάζονται, συνεχίζοντας ως σήμερα, σ’ όλα τα χωριά του Πηλίου. Κύριο μέλημά τους ήταν κι είναι να «μοιράζουν» στους καλλιεργητές το νερό της άρδευσης των ελαιοπερίβολων, οπωρώνων-μπαχτσέδων και κήπων τους.
Έβαζαν και βάζουν το νερό «στ’ αυλάκια»,  «στ’ν αράδα»(= σειρά)  απ’ τον Απρίλη ως και τον Οκτώβριο, «κανουνίζοντας» το πότε θα «ποτίσ’» ο καθένας και θα «κόψ’» το νερό απ’ «τ’ν ζάπκα» ή  «τ’ν κόφτρα» (=σημείο αλλαγής κατεύθυνσης νερού στον υδραύλακα). Τα αυλάκια (υδραύλακες) τα κεντρικά, ήταν συνήθως τσιμεντένια και τα περιφερειακά χωμάτινα. Το «δικαίουμα»(=σειρά και ωράριο) είναι διαχρονικά σταθερό και καταγραμμένο. 

3.  Κοκοσλή ...θεωρία περί λογοδοσίας!

Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2013

Άγιος Απόστολος ο Νέος (2)

Ο Αγιολαυρεντίτης Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης στον ΠΡΟΜΗΘΕΑ τχ 35, 1891, 
γράφει, πως η γιορτή του αγίου Αποστόλου του Νέου, ως τα 1836 ήταν σχετικά άγνωστη στους πολλούς εκτός του Αγίου Λαυρεντίου. Έτσι οι «κιρατζήδες» (αγωγιάτες) αποφάσισαν συνεισφέροντες, να κάνουν «αγάπες» ή «τραπέζι» στους προσκυνητές του Αγίου και στους ίδιους στο νάρθηκα του ναού. Από ένα δηλ. κουρμπάνι (θρησκευτικό κοινό γεύμα), άρχισε να γιορτάζεται πανηγυρικά, ως το 1851 που οι ιερείς αποφάσισαν να δώσουν μεγαλοπρεπή χαρακτήρα και λαμπρότητα στη γιορτή.

Έθιμα στη γιορτή του αγίου Αποστόλου του Νέου:
1.       Οι πιστοί -ως επί το πλείστον γυναίκες και παιδιά- από την 1η Αυγούστου «τάζονταν» στο Άγιο. Φορούσαν όλες τις μέρες ως και τη γιορτή στις 16 που πήγαιναν στο Ναό του, μαύρα ρούχα. Έτσι αν κάποιος έβλεπε στα γύρω χωριά κάποιους μαυροντυμένους χωρίς να πενθούν, ήξερε πως ήταν «ταμένοι» στον Νέο, καθώς λένε όλοι οι Πηλιορείτες τον Άγιο Απόστολο. Ο καθηγητής Γ. Χουρμουζιάδης παραλληλίζει την ανάβαση των πιστών ντυμένων στα μαύρα με την αναφορά του Ηρακλείδη του Κριτικού: Κάθε καλοκαίρι, οι επιλεγμένοι ώριμοι πολίτες από τον ιερέα (πρόκριτοι), ανέβαιναν με πομπή στο Χειρώνιο άντρο, ιερό του Ακαραίου Δία στην κορυφή του Πηλίου. Ήταν ντυμένοι με «κώδια τρίκοπα καινά»(καινούρια δέρματινα ρούχα).  
2.       Πολλοί συνήθιζαν να πηγαίνουν στο χωριό του Αϊ Λαυρέντη και να μένουν στα «κελιά» του ναού του Νέου, αρκετές μέρες πριν τη γιορτή του, παρακολουθώντας τις Παρακλήσεις, αλλά και κάνοντας προσευχές. Πολλοί βέβαια συνδύαζαν τις προσευχές με τις …διακοπές! (σήμερα το λέμε «θρησκευτικό» τουρισμό!)
3.       Έταζαν στον Άγιο διάφορα τάματα (αφιερώματα) από τα παραγόμενα προϊόντα τους (λάδι, ζωντανά ζώα, κεριά κ.ά), αλλά και τιμαλφή ή «ανάγλυφα τάματα» που απεικόνιζαν μέλη του σώματος (πχ πόδι, χέρι, μάτι) των ασθενών, που ζητούσαν τη βοήθεια του Αγίου και που τα κρεμούσαν στην εικόνα του.
Πολλοί επίσης, έταζαν κι «έζωναν» το ναό με κερί σε σπάγκο (κηροδεσιά). Περίζωναν με κερί την εκκλησία, προσφέροντας στο ναό χρήματα. Ο Ζωσιμάς λέει για τα τάματα-αφιερώματα:

4.       Στα ταξίματα στον Άγιο, συμπεριλαμβάνονταν πολλές φορές και η πεζοπορία ως το ναό χωρίς παπούτσια. Έτσι αρκετές γυναίκες, πήγαιναν απ’ τα γύρω χωριά ξιπόλητες στον ναό, «αιτώντας» για τον εαυτό τους, την οικογένειά τους και τους δικούς τους  υγεία και την εξ’ ύψους βοήθεια. Πολλές φορές σύμφωνα με την «απαιδεψιά» και το χαρακτήρα των «ταμένων», το τάμα ήταν για να κάνει ο άγιος κακό στη …γειτόνισσα! 
Εφημερίδα "ΛΑΪΚΗ ΦΩΝΗ" 17-8-1934
Για τον ΄Άγιο Απόστολο τον Νέο δείτε (ΕΔΩ) κι (ΕΔΩ)

ΥΓ:  Ένα άλλο έθιμο ξεχασμένο στην αρχική εγγραφή, αλλ’ όχι κι από τους προσκυνητές, είναι αυτό της κοπής φύλλων από τα δέντρα μουριάς, που υπήρχαν κι υπάρχουν πάντα στον περίβολο του Ναού.
Τη στιγμή που γίνεται η έξοδος κι η περιφορά-λιτανεία της αγίας κάρας του Νέου, προς την εξέδρα τέλεσης της ακολουθίας, οι πιστοί κόβουν φύλλα κρατώντας τα για φυλαχτά, σε ανάμνηση του Αγίου. Καθώς λέει η παράδοση, ο ίδιος φύτεψε στην αυλή του σπιτιού του, όπου σήμερα είναι ο χώρος του ναού, μουριά.
[ Το φύτεμα δέντρων μουριάς τα παλιότερα χρόνια ήταν μια συνήθης κίνηση, επειδή οι μουριές χρησίμευαν για σκιά, για τα μούρα που έφτιαχναν πετιμέζι και τσίπουρο, αλλά βασικά για τροφή του μεταξοσκώληκα που εκτρέφανε οι Πηλιορείτες. «Φύλαγαν καματερό», όπως έλεγαν! ]

Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Άγιος Απόστολος ο Νέος (1)

Στις 16 τρέχοντος γιορτάζει ο πηλιορείτης και κοντοχωριανός μας Άγιος Απόστολος ο Νέος. Για όσους/ες ενδιαφέρονται για το βίο του , μπορούν να διαβάσουν (ΕΔΩ)
Έργο Μαργαρίτη Μακριν'τζιώτη και Βασιλείου -1866-
Φορητή εικόνα (90Χ62)στον Αγ. Δημήτριο Νεοχωρίου-

Κίτσος Μακρής
 
 
Οι λεπτομέρειες από το μαρτύριο του Αγίου
Ένα ποίημα του Τάκη Οικονομάκη στη ΘΕΣΣΑΛΙΑ της 15ης Αυγούστου 1937

Στο Νέο  Απόστολο 
Στον Νέο τον Απόστολο προσκυνητής πηγαίνω
ανηφορώντας του βουνού τις λιόφυτες πλαγιές
και με το δάκρυ στη ματιά τη χάρη του προσμένω
να γιάνει τις αγιάτρευτες του πόνου μας πληγές.

Εφτά φορές με το κερί την εκκλησιά θα ζώσω
τρανή λαμπάδα κι άσβυστη θ’ ανάψω την ψυχή,
κι εμπρός στην άγια κάρα του  τη συντριβή θα απλώσω
απ’ τον αγώνα τον τραχύ.

Μέσα στην Πόλη την τρανή σε μια μικρή ταβέρνα
δουλεύοντας για το ψωμί κερνούσα το κρασί  
μπορούσε κάθε μια βαριά να με πατήσει φτέρνα,
μα η θύμησή σου μ’ έφεγγε καλό χωριό μου εσύ.

Καλό χωριό, που η σκοτεινιά καθόλου δεν το σκιάζει
κι’  ήλιος λαμπρός το χαίρεται σε μια ησυχία αγνή
γύρω ασημόφυλλη η ελιά  πλούσιο καρπό ετοιμάζει
κι’ απάνω πάντα γελαστοί και ξάστεροι ουρανοί.

Σ’ ένα χωριό τόσο όμορφο και μ’ άδολους ανθρώπους 
την καλωσύνη βύζαξα και τη θερμή στοργή 
κι’ αν άρπαγοι στους πιο τρανούς σκληρά ρημάζουν τόπους 
εκεί η συμπόνια πάντοτε θα βρει καταφυγή.

Έτσι η αγάπη σου, καλό χωριό μου, με φωτούσε
γι’ αυτό κι ετόλμησα βοηθός να σου παρασταθώ,
όταν  του άγριου βόιβοντα σκληρά σε τυραννούσε
η αδικία και ζήτησα μαζί του να κριθώ.

Μα ο βόιβοντας ήταν τρανός άρχοντας και σκουλήκι
ραγιάς φτωχός πώς τόλμησα να υψώσω κεφαλή;
-Στη φυλακή, μ’ άγριες βρισιές, με ραβδισμούς, στη φρίκη
μαύρου μαρτύριου πλήρωσε την τόλμη την τρελλή.

»Σ’ έγκλημα τέτοιο ο πιο σκληρός ο παιδεμός του πρέπει
να μείνει σαν παράδειγμα σ’ αυθάδεια περισσή
φωτιά η οργή μας πάνω σου σαν άγριο αστροπελέκι,
πριν γίνεις αστροπέλεκας εσύ.

Μόνο ένας τρόπος, που μπορείς στη σωτηρία ν’ αράξεις
συ, που το δίκαιο του ραγιά ν’ αποζητάς τολμάς
την πίστη σου, τη γνώμη σου, τον ίδιο εσέ ν’ αλλάξεις
να γίνεις σαν κι εμάς.

Άσε τους σκλάβους στη σκλαβιά κι έλα κι εσύ μαζί μας
να χαίρεσαι τη δύναμη και τ’ αγαθά πολλά
τ’ αξίζεις γιατί τόλμησες, στην τάξη τη δική μας
τα παλικάρια πρέπει νάρθουν τα καλά.

Αλλοιώς του μπόγια το σπαθί στην κεφαλή σου απάνω
να καρτεράει πια δεν μπορεί.
Διάλεξε. Γίνε φίλος μας και φίλος του Σουλτάνου
άλλοιώς η μαύρη γης θα σε χαρεί.

Δε δείλιασες Απόστολε. Αγνή, λευκή η ψυχή σου
φως ιλαρόν υψώθηκε στο σκότος το βαθύ.
Προσκυνητές σου ανήμποροι, τη χάρη τη δική σου
κάνε  και στην ψυχή μας ν’ απλωθεί.

Βόλος                                                 Τάκης Σαρακηνός

Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

Η πηλιορείτικη μουσικοχορευτική παράδοση (2)

 Η πηλιορείτικη μουσικοχορευτική παράδοση (συνέχεια)

Η παρακάτω εγγραφή, είναι συνέχεια του κειμένου (ΕΔΩ) για τις μουσικές και τους χορούς του Πηλίου.
Ο Νώντας,  το είχε γράψει το 1987 κατά παράκληση του Προέδρου της τότε Κοινότητας  Άνω Λεχωνίων, Αποστόλη Μεγαδήμου. Σήμερα, διαβάζοντας τα τότε γραφτά του συμπληρώνει, κάνοντας μια αναδρομή, αλλά και επεξηγώντας.  Δίνοντάς μας επιπλέον στοιχεία, μοιράζετε τις τότε εμπειρίες του.
Τον ευχαριστώ ιδιαίτερα!

"Οι φωτογραφίες είναι δικές μας από τα χρόνια που πηγαίναμε οικογενειακώς στο Τρίκερι.
Το κείμενο αποτελεί μία πρώτη διαφορετική προσέγγιση στην παράδοση του βουνού μας, που εκείνη την εποχή διδάσκονταν από "δασκάλους" οι οποίοι δεν είχαν κάνει καμία καταγραφή και απλώς αναπαρήγαγαν όσα μάθαιναν στις σχολές τους. Η μεγάλη αλλαγή ξεκίνησε με το Γιάννη Πραντσίδη, που από το 1983 τον ακολουθούσαμε στα ταξίδια του στο Πήλιο, στην Καρδίτσα, στη Μακεδονία, στη Θράκη. Μάθαμε μαζί του να προσεγγίζουμε τους ανθρώπους, να μπαίνουμε στα σπίτια τους, να ακούμε τις ιστορίες τους και να μαθαίνουμε τους χορούς και τη μουσική  τους. Από τότε πέρασαν σχεδόν 30 χρόνια συνεχούς προσφοράς του Γιάννη στην Ελλάδα και στην παράδοση της και τα αποτελέσματα είναι πλέον ορατά στον τρόπο παρουσίασης των χορών. Ξεφύγαμε από την πλαστική χορογραφία και εστιάσαμε στην αρμονία συναισθήματος και κίνησης. Προσωπικά του οφείλω μεγάλο μέρος του δικού μου ΕΥ ΖΗΝ...

Το 1986-7 λοιπόν έγιναν τα εξής :
1, Κάναμε επιτόπιες καταγραφές στο Λαύκο. Συναντήσαμε τον Στάθη Σαλαμούρα ο οποίος μας ανέφερε ότι οι λαυκιώτικες κομπανίες έφταναν μέχρι τα Λεχώνια. Οι χοροί, η ζυγιά και ο ήχος είναι σαφώς πιο κοντά στα νησιά των Σποράδων. 
2. Είχαμε την τιμή και την τύχη να καταγράψουμε, δυστυχώς, πολύ μικρό μέρος, της παράδοσης της Αμυγδαλής (Κουκουράβας) Μαυροβουνίου.
 Ήμουν τυχερός γιατί μία συνάδελφος μου στην δουλειά με κάλεσε να δω τις γιορτές της Αποκριάς και μετά και τους χορούς του Πάσχα. Κανείς δεν είχε κάνει καταγραφή μέχρι τότε. Τις Αποκριές ανάβουν μια μεγάλη φωτιά (5-6 μέτρα) και χορεύουν  γύρω της τραγουδώντας χωρίς όργανα. Το Πάσχα χορεύουν διπλό χορό (Ήρθαν τα Πασχαλόγιορτα), τα καράβια τα Ζαγοριανά, την Καμάρα.
Το πιο καταπληκτικό : Είχαν και αυτοί Μάηδες ! Πρόκειται σαφώς για την αναβίωση των ρωμαϊκών εθίμων με τους ίδιους χαρακτήρες. αλλά το έθιμο γίνονταν την Πρωτοχρονιά ! Αυτά μου τα είπε ο παππούς Τριαντάφυλλος Ζήσος που είχα την τύχη να γνωρίσω και να ρωτήσω. 
 Στο κείμενο γράφω για την ομοιότητα των χορών του Μαυροβουνίου και του Β. Πηλίου. Λοιπόν με το χρόνο αποδεικνύεται ότι μάλλον θα πρέπει να είμαστε πιο ανοικτοί στις εκτιμήσεις μας. Φαίνεται ότι η Πιερία (Ελατοχώρι), ο Όλυμπος ("Γιωργάκη μ’ κάτσε φρόνιμα"), η  Ελασσόνα ("Πέρα στην Ανατολή", "Της Γαλανής το φόρεμα"), το Μαυροβούνι και τα χωριά του Β. Πηλίου είναι μία ενιαία ενότητα.
Οι χοροί συνοδεύονται με τραγούδι (γκάιντα στον Όλυμπο) και είναι καθαρά "δωρικού" ύφους. Οι κινήσεις είναι μετρημένες, ζυγισμένες χωρίς εξάρσεις και περιθώρια έκφρασης του πρωτοχορευτή. Είναι χοροί που μιλούν για ήρωες (Γ. Ολύμπιος), ιστορίες αγάπης (κόρη πλένει σκαμάτιζε, στην πόρτα σου Ζαγοριανή), την ξενιτιά (Γιωργαλάκης) και σκοπό έχουν να "δέσουν" την κοινωνία γύρω από κοινά πιστεύω και παραδοχές και έτσι να αυξήσουνε την άμυνα της. Προφανώς μιλάμε για τους ίδιους πληθυσμούς, πιθανόν κάποτε νομαδικούς, οι οποίοι αργότερα επέλεξαν μόνιμη εγκατάσταση. Μέρος της παράδοσής τους μεταφέρθηκε και στις Σποράδες όπου έφτασαν κατατρεγμένοι στεριανοί από τη Δ. Θεσσαλία. Είναι αξιοσημείωτο ότι το τραγούδι «Μια κόρη Αγραφιώτισσα» τραγουδιέται στο Τρίκερι αλλά και στη Σκόπελο και έχει το ίδιο θέμα με το τραγούδι της Αμυγδαλής "κόρη πλένει σκαμάτιζε" που είναι βασικά η γνωστή παραλογή. Το "τόξο" λοιπόν ξεκινά από τα Πιέρια και τον Όλυμπο, περνά στην Ανατολική Θεσσαλία και φτάνει μέχρι τις Σποράδες, ακολουθώντας τους ανθρώπους και τις περιηγήσεις τους στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς
3. Γνωρίσαμε και μιλήσαμε με το Σίμωνα Καρρά και τον Samuel Baud Bovi. Δύο μεγάλους ερευνητές της παράδοσης μας που όμως είχαν κάνει πολύ μικρές καταγραφές στο Πήλιο (Κεραμίδι, Λαύκος) και δεν είχαν την ευκαιρία να εντρυφήσουν και να ψάξουν περαιτέρω. Οι αναφορές στο κείμενο είναι από την κατ' ιδίαν συζήτηση μαζί τους. Θυμάμαι πόσο ο Καρράς είχε ενθουσιασθεί με την προσέγγιση μας στην εκμάθηση των χορών, μέσω επιτόπιας καταγραφής !
4. Γνωρίσαμε τον Μπάμπη Καραμανιώλα. Ο Μπάμπης μας έμαθε το "ζειμπέκικο" που χορεύουν τα ζεϊμπέκια" στους Μάηδες. Περάσαμε πολλές ώρες ακούγοντας τον να παίζει στο σπίτι του στον Αη Λαυρέντη, αλλά και ζωντανά σε πανηγύρια στη Δράκια και στο χωριό του.
5. Γνωρίσαμε και είχαμε την τιμή να μάθουμε από τον μεγάλο αλησμόνητο Αη Γιωργίτη φίλο μου Γιώργο Βογιατζή για τα αη γιωργίτικα πανηγύρια και την παράδοση του τόπου του. Ο μπάρμπα Γιώργος ξανάνιωσε μέσα από τις διηγήσεις του και μαζί με καμιά δεκαριά άλλους έφτιαξαν στολές και χορέψαμε όλοι μαζί στο παγγύρ τ’  Αϊ Λια, τον Ιούλιο του 2008. Αυτός μου είπε για τη χασαπιά (η οποία χορεύεται όπως στη Δ. Μακεδονία), για τον "πηδηχτό" χορό (δεν θυμόταν πώς χορευόταν), για το "πώς το τρίβουν το πιπέρι". .. Ακόμη τον θυμάμαι να τραγουδά στην αυλή του σπιτιού του στον Αη Γιώργη.

Καταλήγουμε τη μακροσκελή απολογία 
α. Το Βόρειο Πήλιο κατοικήθηκε από πρώην ποιμενικούς νομαδικούς πληθυσμούς με κοινή καταγωγή από τη Δ. Θεσσαλία και τη Ν. Μακεδονία. Οι χοροί εκτελούνται με συνοδεία τραγουδιού και είναι δωρικοί στο ύφος και στα θέματα που περιγράφουν.
β. Το Κεντρικό. Πήλιο επηρεάστηκε από την άρχουσα τάξη των εμπόρων οι οποίοι ταξίδευαν και είχαν την ευχέρεια να έχουν επαφή με άλλα αστικά κέντρα της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Βαλκανικής. Η φορεσιά τους μοιάζει με του Ζαγορίου. Οι μουσικοί και η ζυγιά μοιάζουν με της Κ. Μακεδονίας (Ημαθία). Οι χοροί είναι απλοί αλλά δίνουν τη δυνατότητα ελεύθερης έκφρασης στον πρωτοχορευτή. Εδώ έχουμε την πατινάδα ( "ξέκοπος χορός" του γάμου), το συρτό, το ζεϊμπέκικο.
γ. Το Λαύκο όπως αναφέρεται και τέλος
δ. Το Τρίκερι που πολύ φυσιολογικά αποτελεί ενότητα με τις Σποράδες και τη Β. Εύβοια.

Τελειώνω με ένα σχόλιο για το χορό της γαλανής: Δεν ξέρω αν πρόκειται για παραλογή αλλά σίγουρα περιγράφει κάποιο γεγονός που έκανε αίσθηση και "ταξίδεψε" τραγουδώντας στην Ελλάδα. Το βρίσκουμε στη Θράκη ("στης Σαλονίκης το τσαρσί, δουλγέρι μ δουλγεράκι μου...), στην Ελασσόνα, στο Μαυροβούνι, στο Πήλιο, στην Πελοπόννησο και ίσως και αλλού. Τρανό παράδειγμα συγκλονιστικού γεγονότος που ταξίδεψε στην Ελλάδα είναι το τραγούδι της προσφυγούλας . Το βρίσκουμε στη Θράκη, στη Θάσο, στο Πήλιο, στην Πελοπόννησο, στην Κύπρο !! Όλη η Ελλάδα είναι ένα ! […] Ταξιδεύουμε στο χώρο και το χρόνο πάνω στο καράβι της παράδοσης μας!

Ας είμαστε περήφανοι για τον τόπο μας! Το δέσιμο των χεριών των χορευτών στα ερυθρόμορφα αγγεία, είναι  το ίδιο στους σημερινούς χορευτές του Πηλίου !!"

Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

Ο άγιος Λαυρέντιος

 Στις 10 Αυγούστου γιορτάζει ο αρχιδιάκονος Άγιος Λαυρέντιος 
και το μοναστήρι του ομώνυμου χωριού Άγιος Λαυρέντιος Πηλίου.
Φωτογραφία του Στουρνάρα,
 αντιγραφή από το αρχείο του ΔΗΚΙ.
Πάνω δεξιά του χωριού διακρίνεται το παλιό
και ιστορικό μοναστήρι του Αγ. Λαυρεντίου
Απόκομμα-αντίγραφο από τη φυλλάδα της ακολουθίας του Αγίου Λαυρεντίου. Είναι έκδοση του 1901 από το Ζωσιμά Εσφιγμενίτη που καταγόταν από το ίδιο πηλιορείτικο χωριό:

Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

Κώστας Γαρέφης

Σήμερα 6η Αυγούστου, εκτός της δεσποτικής γιορτής της Μεταμορφώσεως και της ανάμνησης πια του παζαριού "τ' Σωτήρος" στο Βόλο, εμείς οι Πηλιορείτες πρέπει να θυμόμαστε την επέτειο του τραυματισμού και το θάνατο του μακεδονομάχου ήρωα  απ'τις Μηλιές, Κώστα Γαρέφη.
 [Αφορμή για τη σημερινή εγγραφή, μου έδωσε ο φίλος Αντώνης Ζ. από δημοσίευση-ανάρτηση στην κοινότητά του  (ΕΔΩ) ή (ΕΔΩ) ]
Παρακάτω αντίγραφο από το Μακεδονικό ημερολόγιο του 1908 σελ.356-358:
 Περισσότερα στο βιβλίο του Κώστα Λιάπη:
 "Καπετάν Κώστας Γαρέφης, ο σταυραετός του Πηλίου", Α΄ έκδοση Πύλη -Αθήνα 1979, Β’ έκδοση Εξωραϊστικός – πολιτιστικός συλλόγος Μηλέων "Γρηγόριος Κωνσταντάς". 

Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

Αχλάδια κρυστάλλια!

Αχλάδια «κρυστάλλια» Λεχωνίων
Στη φωτογραφία διακρίνονται αρκετά από τα παρακάτω στοιχεία 
του τρόπου συσκευασίας των κρυσταλλιών
ΓΕΝΙΚΑ-ΠΟΙΚΙΛΙΕΣ:
Ο μικρόκαμπος των Λεχωνίων είναι γνωστός οπωρώνας. Σήμερα βέβαια οικοπεδοποιήθηκε και οικοδομήθηκε, αλλά πριν τη δεκαετία του ΄90 ήταν ένας παράδεισος και μια πηγή βιοπορισμού, αλλά και πλουτισμού των αχλαδοπαραγωγών κι όχι μόνον!
Βασική παραγωγή ήταν τα αχλάδια και ειδικά η ποικιλία «κρυστάλλια» που συγκομιζόταν μέσα στο α΄ δεκαπενθήμερο του Αυγούστου και ήταν αρκετές χιλιάδες τόνοι. 
Εκτός από τα κρυστάλλια υπήρχαν και οι πρωιμότερες ποικιλίες αχλαδιών όπως τα βουτυράτα, τα αποστολιάτικα -που ωρίμαζαν περίπου με τη γιορτή των Αγίων Αποστόλων, τα ζαχαράτα, οι κοντούλες,  τα κόσια, οι μπέρμπες κ.ά. Όλες οι παραπάνω ποικιλίες «μαζεύονταν» όταν ωρίμαζαν, ενώ τα κρυστάλλια μόνον όταν «μαύριζε το κουκούτσι» και «βάζανε ζάχαρη», όπως έλεγαν παραγωγοί κι οι έμποροι. Δεν τρώγονταν όμως γιατί ήταν «ξύλα» (=άγουρα). Αυτό γινόταν γιατί μετά τη συγκομιδή έμπαιναν κατευθείαν στα ψυγεία και πουλιόνταν ως και τον χειμώνα, οπότε ωρίμαζαν αργά αργά. Είναι μια ποικιλία ανθεκτική στο τελάρο του μανάβη και πάρα πολύ γευστική.
Ανθισμένη αχλαδιά
ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ:
Η αχλαδιά κρυσταλλιά, ήταν κι είναι ένα ανθεκτικό παραγωγικό οπωροφόρο δέντρο που ευδοκιμεί σ’ όλο σχεδόν το Πήλιο, αλλά περισσότερο σε πεδινές και υγρές περιοχές. Μαζί με τα Λεχώνια, περιοχές της Μαγνησίας με σχεδόν μονοκαλλιέργεια αχλαδιών, ήταν η Μπούφα, το Διμήνι (Καλύβια), η Αγριά και το Βελεστίνο. 
Το αρχικό φυτό-υποκείμενο πριν εμβολιαστεί κρυσταλλιά ή άλλης ποικιλίας αχλαδιά, ήταν από κυδωνιά. Αυτό γιατί ήταν ανθεκτικότερο, αλλά και έφτιαχνε χοντρότερα αχλάδια! 
Είναι απαιτητική και πολύ δαπανηρή καλλιέργεια (βλ. οργώματα-σκαψίματα, κλαδέματα, λίπανση, συνεχείς ψεκασμούς, σκότωμα σκουληκιών κορμού, συγκομιδή, συσκευασία-τυποποίηση, αποθήκευση σε ψυγεία και μεταφορές), γι’ αυτό και εγκαταλείφθηκε από τους παραγωγούς. Αρχίσανε λοιπόν οι παραγωγοί να «μπαίν΄νε μέσα», αφού τα «παρ’τ’κά» ήταν λιγότερα απ’ τα έξοδα κι η καλλιέργεια όχι συμφέρουσα. Οι αθρόες εισαγωγές φτηνών αχλαδιών, κατ’ ευφημισμόν κρυσταλλιών, έφεραν και το τέλος της. Σήμερα ελάχιστοι μπαχτσέδες έχουν κρυστάλλια, αλλά κι αυτοί γρήγορα εγκαταλείπονται για οικόπεδα, ελαιώνες ή …καυσόξυλα.
ΕΜΠΟΡΙΟ: 
Το εμπόριο των αχλαδιών άρχιζε από τους «μεσίτες» των χοντρέμπορων που ήταν συνήθως άνθρωποι «εκτιμητές», κάτοικοι της περιοχής και ειδήμονες. Αυτοί πήγαιναν στους παραγωγούς κι έκλειναν τις μεγάλες «παρτίδες» ή τα «λιγοτάρια». Οι ίδιοι καθόριζαν αναλόγως και τις τιμές από τα μισά περίπου του Ιουλίου, επισκεπτόμενοι τους οπωρώνες. Η αγορά γινόταν με τιμή κατά κιλό και ζύγισμα της παρτίδας στο τέλος. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι έμποροι, να πετούν  «εβγάλματα»(=μη εμπορεύσιμα) μεγάλες ποσότητες χαμηλότερης ποιότητας, ξεκινώντας από συγκεκριμένο βάρος ανά τεμάχιο αχλαδιού. Αυτό ήταν και το σημείο τριβής εμπόρων-παραγωγών. Πολλές φορές «αγόραζαν» τα αχλάδια και «κουτράδα» (=κατ’ εκτίμηση) ή «ξεκοπής»(= με έξοδα συλλογής και συσκευασίας των ιδίων).
Αυτοί  οργάνωναν τα συνεργεία κλείνοντας συσκευάστριες, παιδιά, βοηθούς και δέτες καθώς και την ημερομηνία συλλογής-συσκευασίας κάθε παρτίδας. 
Πολλοί από τους παραγωγούς «έβαζαν μέσα» τα αχλάδια τους, δηλαδή έκαναν μόνοι τους μαζί με τη συγκομιδή και τη συσκευασία και μόνοι εμπορευόταν το προϊόν τους, χωρίς μεσάζοντες. Αυτοί ήταν συνήθως μικροπαραγωγοί, γιατί η συσκευασία και διατήρηση απαιτούσε αρκετά προκαταβολικά έξοδα, πράγμα που οι έμποροι είχαν δυνατότητα να κάνουν. Βεβαίως πολλές φορές κι αυτοί «έχαναν» αν το εμπόριο ή η αποθήκευση ήταν προβληματική.
ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ:
Η συγκομιδή «μάσ’μο ή μάζουμα» απ’ τους παραγωγούς και το «φτιάσ’μο» απ’ τους εμπόρους ήταν η ασχολία των ανθρώπων της περιοχής, είτε είχαν αχλαδιές είτε όχι. 
Υπήρχε δουλειά για πολλούς ανθρώπους όλων των ηλικιών, τουλάχιστον για ένα συνεχές δεκαπενθήμερο. 
Ήταν ένα πολύβουο μελίσσι στους μπαχτσέδες των Πλατανιδίων, της Μαμάτσας, του Λωτού, της Τερέμπασης, του Μαλακιού απ’ το πρωί ως το βράδυ με φωνές, γέλια, πειράγματα, τσακωμούς, γνωριμίες, έρωτες και …συνοικέσια! Η περιοχή του σταθμού στ’ Άνω Λεχώνια, κι η πλατεία, ήταν χώροι υπαίθριας διαμονής εργατών βασικά, αλλά και εργατριών για τη συγκομιδή, που προέρχονταν απ’ τη θεσσαλική ενδοχώρα. Πολλοί απ' αυτούς είναι Λεχωνίτες κάτοικοι πια, εκ Τρικάλων καταγόμενοι, που γνώρισαν το χωριό και κατοίκησαν μόνιμα. Πολλοί ήταν ακόμη κι οι βολιώτες μαθητές Γυμνασίου που δούλευαν  «στ’ αχλάδια» εκείνες τις εποχές για το χαρτζιλίκι τους.
Οι κοντοχωριανοί κάτοικοι καθημερινά κατέβαιναν το πρωί με τα ζώα, τις σούστες ή πεζοπορώντας ως τους μπαξέδες για εργασία και το βράδυ επέστρεφαν στα χωριά τους κατάκοποι. Το ωράριο εργασίας ήταν τότε ολοήμερο με δίωρη διακοπή το μεσημέρι, για φαγητό και ξεκούραση. Αργότερα τα λεωφορεία και τα αγροτικά αυτοκίνητα ανέλαβαν τη μεταφορά του εργατικού αυτού δυναμικού. 
Στα κτήματα οι άντρες μάζευαν τ’ αχλάδια χωρισμένοι σε ομάδες. Μια ομάδα ήταν αυτοί που σκαρφάλωναν -συνήθως οι νεότεροι- στα δέντρα, μια άλλη ομάδα έμπειρων μάζευε απ’ τα γύρω κλαδιά με τα «τρισκέλια»(=σκάλες με τρία πόδια για σίγουρη στήριξη και με διάφορα ύψη) και μια τελευταία κουβαλούσε τα γεμάτα, αρχικά κοφίνια-κούφες και μετέπειτα κουβάδες, ως τη θέση του «συνεργείου» συσκευασίας. Το κατέβασμα των γεμισμένων κοφινιών ή κουβάδων απ’ τα δέντρα γινόταν με τριχιές κι οι «κούφες» ήταν ντυμένες εσωτερικά με λινάτσα για να μην τραυματίζονται απ’ τα τοιχώματα και τα κοτσάνια οι καρποί, αφού έπρεπε να είναι ακέραιοι ώστε να μη σαπίσουν στα ψυγεία. Η εναπόθεση των αχλαδιών παλιότερα γινόταν σε σωρούς, αλλ' αργότερα σε ξύλινα καφάσια και κλούβες. 
Οι παραγωγοί συμφωνούσαν με τους «αργάτες μαζωχτές» και έψαχναν για τέτοιους έμπειρους ανάμεσα στους πολλούς. Κι αυτό γιατί το μάζεμα έπρεπε να είναι αποδοτικό και σωστό, αλλά και επειδή η απειρία ισοδυναμούσε με πτώση από τα δέντρα, με τραγικές πολλές φορές επιπτώσεις. 
Οι συνεχείς παραινέσεις των παραγωγών προς τους άντρες ήταν «προυσέξτε τα κουτσιάνια» ή «μην τσιγκιλώνετι τ’  αχλάδια» και των εμπόρων «μην κόβετε-μαζεύετε ψιλά»! 
Οι καλύτεροι παραγωγοί-αφεντικά ήταν αυτοί που δεν ήταν απαιτητικοί και κερνούσαν τσίπουρα κρασιά και γλυκά τους ανθρώπους. Η βασική ευχή των εργατών κι εργατριών ήταν: «Καλόνε φτούρο», «και του χρόνου πιρισσότερα» κι «φχαριστώ, γεια στα χέρια σας» των αφεντικών! Σπάνια, οι έμποροι κι οι μεσίτες κερνούσαν τα συνεργεία παγωτά από τους πλανόδιους βολιώτες παγωτατζήδες.
Μετά το τέλος της βασικής συγκομιδής «πάρσ’μο τ’ πρώτου χιριού» ανάλογα και με το αν η παραγωγή ήταν «δασιά» άρα κι ο καρπός μικρός, γινόταν μετά από δεκαήμερο και η συγκομιδή των υπόλοιπων καρπών «του δεύτιρου χέρ’» ή «τ’ απάχλαδα». Ήταν άκρως κοπιαστική δουλειά για τους άντρες-μαζευτές, αλλ’ εκείνα τα χρόνια αυτή ήταν η συνήθης πρακτική: να μην πετάμε τίποτα! Έτσι, πολλά ώριμα πια αχλάδια, πήγαιναν αμέσως «στ’ κατανάλουση» δηλαδή στους μανάβηδες κι ελάχιστες ποσότητες συσκευάζονταν για τα ψυγεία, που κι απ’ εκεί έβγαιναν πρώτα πρώτα στο λιανεμπόριο.
ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ:
Όταν οι καρποί μαζεύονταν, οδηγούνταν αμέσως στο «συνεργείο» συσκευασίας που βρισκόταν σε επιλεγμένη θέση του κάθε κτήματος πχ σκιερό μέρος, βολικό στη φόρτωση κ.ά. Το αποτελούσαν κυρίως γυναίκες συσκευάστριες, παιδιά για το τύλιγμα, κι ένας άντρας ειδικός στο δέσιμο των τελάρων. Πολλές φορές αν το συνεργείο συσκευαστριών ήταν μεγάλο σε αριθμό και ξεπερνούσε τις δέκα, υπήρχε και άλλος άντρας βοηθός του «δέτη» που κουβαλούσε τα απαραίτητα υλικά και τ’ αχλάδια, ανάμεσα στις συσκευάστριες και τα έτοιμα-γεμάτα ξύλινα τελάρα ως τον πάγκο του δέτη. (Τότε ανθούσε και στα ξυλουργεία η εργασία κατασκευής τελάρων φρούτων!)
Η συσκευασία γινόταν ως εξής: Μετά την επιλογή της θέσης του «στησίματος του συνεργείου» κάθε γυναίκα έπαιρνε κενά τελάρα κι έφτιαχνε τον πάγκο της και το κάθισμά της. Χαμηλότερο το κάθισμα, ψηλότερος ο πάγκος. Εκεί δούλευε ολημερίς καθιστή. Οι πάγκοι στήνονταν ημικυκλικά για εύκολη πρόσβαση από το δέτη ή το βοηθό, αλλά και κοντά κοντά για οικονομία δυνάμεων. Για να μην τους «τρώνε οι στράτες», όπως χαρακτηριστικά έλεγαν. 
Μια (ή και δυο) έμπειρη γυναίκα αναλόγως απ’ το σύνολο, αναλάμβανε το «διάλεμα»(=διαλογή κατά ποιότητα, μέγεθος, φθορά) του καρπού από το σωρό κι αργότερα κατευθείαν από τις κούφες ή τους κουβάδες που έρχονταν μπροστά της από τους άντρες. Αυτή τοποθετούσε με προσοχή τους επιλεγμένους καρπούς σε ανοιχτά γαλίκια ή καφάσια ή βαθιά τελάρα κι οι συσκευάστριες τους συσκεύαζαν με ορισμένο τρόπο σε σειρά στα «ντυμένα» τελάρα.
Το ντύσιμο του τελάρου, «μονόσειρου ή δίσειρου», γινόταν από παιδιά Δημοτικού, που τότε έπαιρναν συνήθως και το πρώτο τους …μεροκάματο-χαρτζιλίκι. Έβαζαν στις τέσσερις πλευρές του ορθογώνιου τελάρου «κόλλες» χαρτιού και από πάνω πάτο από χοντρότερο χαρτί το «στράτσο»  που τα κρατούσε. 
Το διαφορετικό χρώμα των χαρτιών υποδήλωνε και την ποιότητα των αχλαδιών που υπήρχαν στο κάθε τελάρο, όταν αυτά θα έβγαιναν απ’ τα ψυγεία για πώληση. Έτσι είχαν λευκό για την πρώτη διαλογή-ποιότητα , μπλε για τη δεύτερη, κόκκινο για την τρίτη κλπ. Τα αχλάδια της α΄ διαλογής ή EXTRA, συσκευάζονταν πάντα σε μονόσειρα τελάρα κι οι υπόλοιπες σε δίσειρα. Πάνω από το στράτσο του πάτου, έβαζαν «φρου-φρου»(=ψαλιδόχαρτο) σαν στρώμα των αχλαδιών. Το ίδιο φρου-φρου έβαζαν κι οι γυναίκες στο πάνω μέρος με το τελείωμα της συσκευασίας για να μην τραυματίζονται οι καρποί, αλλά και να κρατούν την υγρασία των ψυγείων συντήρησης. Τα παιδιά επίσης δίπλα στις συσκευάστριες «τύλιγαν» σε χαρτί περιτυλίγματος, τα προς συσκευασία αχλάδια, συνήθως τα πρώτης ποιότητας, επίσης για την αποφυγή τους σαπίσματος.
 Όταν ήταν έτοιμο και συσκευασμένο το τελάρο, ο δέτης το «έδενε» φέρνοντάς το στον πάγκο του, με μια ειδική κίνηση γύρω και με «τζίβα»(=λιναρόσπαγγος), αφού έβαζε το πάνω στράτσο που κρατούσε σφιχτή τη συσκευασία. Μετά το «ντάνιαζε» (=στίβαζε) για να μεταφερθεί αυθημερόν στα ψυγεία συντήρησης-ωρίμανσης. Ο ίδιος «μάρκαρε» και τα τελάρα για να γνωρίζουν οι μεταφορείς κι οι εργαζόμενοι των ψυγείων πια παρτίδα θα μεταφέρουν ή θα «βγάλουν» για πώληση.
Οι αμοιβές των εργαζομένων αντρών, γυναικών και παιδιών, ήταν ίδιες για κάθε κατηγορία δουλειάς. Αυτές τις καθόριζαν τις «έκοβαν» κάθε χρόνο οι παραγωγοί για τους «μαζευτάδες» κι οι έμποροι για τις συσκευάστριες και τους δέτες. Έτσι υπήρχαν διαφορετικά ημερομίσθια για κάθε εργασία, με μεγαλύτερο αυτό του δέτη. Κι αυτό γιατί ο ίδιος μπορούσε να δέσει και να φορτώσει την ημέρα, ως και χίλια τελάρα μονόσειρα! Τα παιδιά, απλά έπαιρναν μικρή αμοιβή. 
Τέλος, τα ψιλά(=ελλειποβαρή) αλλά και μη εμπορεύσιμα αχλάδια που δεν συσκευάζονταν, οι παραγωγοί δεν τα πετούσαν.  Τα έκαναν μαρμελάδες, πετιμέζι και κομπόστες. Μ' αυτά, αλλά και "τ'ς πεσιάδις"(=πεσμένα) τάϊζαν και τα ζώα τους κατσίκες, άλογα και γουρούνια που ήταν πολύ θρεπτικά καθότι είχαν φρουκτόζη και βιταμίνες...
Υ.Γ. (1) - 17-8-2013
Αρκετές μέρες μετά την εγγραφή, είπα να προσθέσω μια τωρινή φωτογραφία για να γνωρίσουν οι νεότεροι έστω κι εικονικά, τα κρυστάλλια!
 Όταν βρείτε στην αγορά αχλάδια σαν της φωτογραφίας να τα αγοράσετε! Έχουν "μουντζούρες", άρα είναι χωρίς ψεκασμούς κι επίσης είναι λίγο"μασουράτα" (μυτερά-μακρουλά στη μεριά του κοτσανιού) άρα, χωρίς καρποδετικές ή άλλες ορμόνες!!


Υ.Γ. (2) Τα στίγματα-μουντζούρες στ’ αχλάδια, προέρχονται από τον «τίγρη» ή από γδαρσίματα ή από μύκητες που δημιουργούν «ξεροβούλες και νταμκάδες*». 
*νταμκάδες=στίγματα, βούλες, κηλίδες. Μάλλον προέρχεται απ’ τη λέξη «δάμκα-ντάμκα». Η «δάμκα» ήταν σφραγίδα που σφράγιζαν τα  εισερχόμενα προϊόντα στις τοπικές αγορές στην τουρκοκρατία, για λόγους φορολογίας. Ντάμκα είναι και στα εβραϊκά η ντάμα, το επιτραπέζιο παιχνίδι.

Υ.Γ. (3) Φίλος αναγνώστης μας υπενθυμισε πως τα κρυστάλλια, είναι η πανελληνίως γνωστή ποικιλία «τσακώνικα» Τον ευχαριστώ για την παρατήρηση! «Ένα μυαλό χ'μώνα- καλουκαίρ'. Τι πιριμένεις;»!